Χριστουγεννιάτικη…Νοσταλγία και φαγητό

49589617_577364199357329_7381121080242470912_n

Η λέξη “νοσταλγία” προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις νόστος (επαναπατρισμός) και άλγος (πόνος), περιέγραφε αρχικά τον πόνο που προκαλείται από την απόσταση από την πατρίδα, τον ξενιτεμό. Η ιδέα αυτή αποτέλεσε μέρος της ανθρώπινης ιστορίας και αναφέρεται τόσο στα Βιβλικά βιβλία, όσο και στην ελληνική μυθολογία (Ομήρος, Η Οδύσσεια).

Η νοσταλγία είναι απαραίτητη για τους ανθρώπους για διάφορους λόγους, θετικούς ή αρνητικούς. Σύμφωνα με τους Sedikides et al. (2004), η νοσταλγία εκπληρώνει τις υπαρξιακές λειτουργίες και δρα «σαν ένα απόθεμα συναισθημάτων και εμπειριών στις οποίες καταφεύγουν οι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν τους υπαρξιακούς τους φόβους». Η διερεύνηση της πολυπλοκότητας και του πλούτου της ιδέας της νοσταλγίας μπορεί να προσφέρει χρήσιμα εργαλεία για την καλύτερη κατανόηση της συμπεριφοράς των καταναλωτών και των αγοραστών.

Τα συναισθήματα που προκύπτουν από ένα εξιδανικευμένο παρελθόν (χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νοσταλγίας), επικεντρώνονται σε άψυχα αντικείμενα, ήχους, οσμές ή γεύσεις που ανακαλύφθηκαν την στιγμή που τα συναισθήματα είχαν βιωθεί. Το αντικείμενο που έχει πράγματι ανακαλυφθεί ή το υποκατάστατο του, έχει τη δυνατότητα να αναβιώσει συναισθήματα. Αυτό μπορεί να προκληθεί τόσο από ένα προϊόν διατροφής που έχει πραγματικά καταναλωθεί, όσο και από το υποκατάστατό του (π.χ. οι μαρμελάδες Bonne Maman για ορισμένους καταναλωτές των οποίων οι γονείς ή οι παππούδες τους έκαναν μαρμελάδες), ή ακόμη και από ένα προϊόν που απλά χρονολογείται πίσω σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν (π.χ. πιτσίνια).

Η κατανάλωση τροφίμων είναι ένας βασικός τομέας που μπορεί να συνδέσει τους ανθρώπους με το παρελθόν. Δεδομένου ότι στηρίζεται σε διαφορετικές αισθήσεις, μπορεί να είναι ένας πολύτιμος φορέας της νοσταλγίας.

Ο Halbwachs (1912) ήταν ένας από τους πρώτους κοινωνιολόγους που αναφέρθηκαν στα γεύματα ως “ένα κοινωνικό όργανο που διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην κοινωνικοποίηση και τη μετάδοση των κανόνων και αξιών των κοινωνικών ομάδων”. Η νοσταλγία αναζωογονεί και διατηρεί μια ολόκληρη αίσθηση πολιτισμικών εννοιών: η λειτουργία αυτή εκπληρώνεται με την αναγνώριση και την υποστήριξη μιας κοινής πολιτισμικής κοσμοθεωρίας (Sedikides et al., 2005). Τόσο η νοσταλγία όσο και οι συνήθειες φαγητού, τείνουν να αυξάνουν την αίσθηση του ανήκειν που έχει ένα άτομο. Οι κοινές αναμνήσεις των ανθρώπων, σημαντικό κομμάτι του παρελθόντος τους, ενισχύουν το αίσθημα ότι ανήκουν σε μια κοινωνική ομάδα και ενδυναμώνουν τη συνάφεια μέσα στην ομάδα.

Σε πλήρη συνέπεια με το ρόλο που διαδραματίζει η νοσταλγία στην επίτευξη της ταυτότητας, οι Baker et al. (2005), δείχνουν ότι οι οικογενειακές συνταγές είναι γεμάτες με πολλά στοιχεία επίγνωσης του εαυτού. Οι αγαπημένες συνταγές συχνά σχετίζονται με ευχάριστες ή έντονες αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, όπως τα γενέθλια ή το χρόνο που αφιερώσαμε στους ανθρώπους που μας αγαπούσαν. Μια δραστηριότητα φαγητού ή μια απλή οσμή μαγειρεμένου φαγητού, φέρνει στην επιφάνεια μνήμες και δημιουργεί νοσταλγικές αναμνήσεις. Ακριβώς όπως τα υπόλοιπα αγαπημένα αντικείμενα κληρονομούνται (Curasi, 1999, Price et al., 2000), έτσι και οι συνταγές κληρονομούνται!Αφέθηκαν στους ανθρώπους που αγαπάμε, ελπίζοντας ότι θα τους θυμίζουν ιδιαίτερες, αγαπημένες στιγμές.

Η περίπλοκη συμπεριφορά των καταναλωτών απέναντι στα τρόφιμα μπορεί να χαρακτηριστεί από τρεις διαφορετικές συμπεριφορές, όπως περιγράφεται από τον Beardsworth (1995): προσέγγιση ευχαρίστησης-δυσαρέσκειας, προσέγγιση ασθένειας- υγείας και προσέγγιση ζωής-θανάτου. από αυτή τη σκοπιά, η νοσταλγία είναι μια γλυκόπικρη συναισθηματική αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει θλίψη ή χαρά και παρηγοριά. Ως εκ τούτου, ανάλογα με την περίπτωση, αυτή η αντίδραση μπορεί να είναι θετική ή αρνητική ή και τα δύο ταυτόχρονα. Η νοσταλγία θεωρείται ως μια γλυκόπικρη συγκίνηση και όπως υπενθυμίζουν οι Dickinson και Erben (2006): “Κάτω από την επιφάνεια της εξιδανικευμένης ανάμνησης, μπορεί να υπάρχουν κρυφές αντιθέσεις, σημείο που μπορεί να εξηγήσει μερικές από τις «πικρές »συνιστώσες της νοσταλγίας”.

Και επειδή έχουμε φτάσει πλέον στο τέλος των υπέροχων Χριστουγεννιάτικων εορτών και μας πιάνει μια ελαφριά νοσταλγία-μελαγχολία …Κάτι για να μυρίζει το σπίτι Χριστούγεννα μέχρι την Άνοιξη 😉

50250730_285536235497932_9040647631113551872_n

Αγαπημένα μελομακάρονα…χωρίς πολλά πολλά …σε ζάχαρη φυσικά

Σιρόπι:

325 ml νερό

170g ζάχαρη

400g μέλι

Χυμό μισού λεμονιού

Φλούδες 2 πορτοκαλιών (έριξα και τις πορτοκαλόκουπες όσο κρύωνε)

Κανέλα, γαρύφαλο

Εκτέλεση:

Βράζουμε όλα τα υλικά για 1 λεπτό και αφήνουμε να κρυώσει.

Ζύμη:

55ml νερό

75ml χυμό πορτοκάλι

210ml ηλιέλαιο

13ml κουαντρό

13ml τεντούρα

Ξύσμα από 1 πορτοκάλι

40g ζάχαρη άχνη

30g μέλι

3g αμμωνία

465g αλεύρι κοσκινισμένο

35g σιμιγδάλι ψιλό

100g καρυδόψιχα τριμμένη (θέλουμε άλλη τόση για το γαρνίρισμα, προσοχή να μην έχει ταγγίσει)

Κανέλα, γαρύφαλο σκόνη (φρεσκοτριμμένα)

Εκτέλεση:

Ανακατεύουμε το νερό, το λάδι, το χυμό, τα αλκοολούχα, το ξύσμα, το μέλι τη ζάχαρη άχνη, στο μίξερ μέχρι να ομογενοποιηθούν (υγρά). Ανακατεύουμε όλα τα στερεά (αλεύρι, σιμιγδάλι, καρύδι, αμμωνία, κανέλα, γαρύφαλο. Προσθέτουμε σταδιακά  τα υγρά και ενσωματώνουμε με κυκλικές κινήσεις, προσέχοντας να μη σφίξει η ζύμη.Πλάθουμε. Ψήνουμε στους 180⁰ για περίπου 25 λεπτά. Ρίχνουμε τα μελομακάρονα ζεστά στο σιρόπι, το οποίο έχουμε περάσει από σίτα. Τα αφήνουμε να στραγγίξουν στη σχάρα. Πασπαλίζουμε με σπασμένο καρύδι και μέλι.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

(2014), Vignolles Alexandra, Pichon Paul-Emmanuel, “A taste of nostalgia: Links between nostalgia and food consumption”, Qualitative Market Research: An International Journal, Vol. 17 Issue: 3, pp.225-238, https://doi.org/10.1108/QMR-06-2012-0027

(2014),”Commercialised nostalgia: Staging consumer experiences in small businesses”, European Journal of Marketing, Vol. 48 Iss 5/6 pp. 813-832 <a href=”https://doi.org/10.1108/EJM-05-2012-0325″>https://doi.org/10.1108/EJM-05-2012-0325</a&gt;

Advertisements

Εσείς πήγατε….; Ή μήπως όχι… Γαστρονομική εμπειρία και εικονική πραγματικότητα

914527_234632416705339_216569789_n

Ζώντας στην εποχή των smartphones και της ψηφιακής φωτογραφίας, η λήψη μιας φωτογραφίας δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε, τόσο εύκολη και δημοφιλής. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Pew Research Center, το 64% των ενηλίκων των ΗΠΑ διαθέτουν smartphones και το 60% αυτών των ιδιοκτητών χρησιμοποιούν τη φωτογραφική μηχανή της συσκευής τους, οποιαδήποτε στιγμή της εβδομάδας. Πλεονεκτήματα όπως η ευκολία στη χρήση, η συνδεσιμότητα, η προσβασιμότητα και το σχετικά χαμηλό κόστος καθιστούν τη μηχανή του τηλεφώνου, ιδανικό εργαλείο για τη λήψη φωτογραφιών καθημερινών στιγμών. Φωτογραφίες που φαίνεται να επηρεάζουν την αντίληψη των καταναλωτών για το ποιες στιγμές θεωρούνται αξιόλογες και ποιες όχι.

Τα κοινωνικά μέσα έχουν μεταμορφώσει δραματικά τον σύγχρονο πολιτισμό. Αυτό είναι εμφανές από την έντονη αύξηση του αριθμού των καταγραφών  ειδών διατροφής, που παράγονται από τους καταναλωτές, και συγκεκριμένα  περισσότερο μη κοσμικών, αλλά κυρίως πολιτισμικά μοναδικών, πιάτων. Οι εικόνες μεταφορτώνονται στο Instagram και  πλαισιώνονται από δελεαστικές ετικέτες ή λεζάντες. Ενώ το φαγητό λειτουργεί εδώ και καιρό ως θέμα έργων τέχνης και φωτογραφίας, η άνοδος των φωτοκεντρικών πλατφορμών μέσων κοινωνικής δικτύωση, έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση της λεγόμενης mainstream foodtography.

Οι φωτογραφίες που αναρτήθηκαν στο Instagram με την ένδειξη “food” ως hashtag, αυξήθηκαν από 800.000 τον Μάρτιο του 2013 σε 183.3 εκατομμύρια τον Ιούνιο του 2015 (Instagram, 2015). Προηγούμενες έρευνες δείχνουν ότι οι καταναλωτές παίρνουν και μοιράζονται εικόνες από τρόφιμα για διάφορους λόγους: ως ένα είδος ημερολογίου τροφίμων, για να τεκμηριώσουν μια αυτο-δημιουργία ή μια ασυνήθιστη δημιουργία, να συλλάβουν μια ειδική περίσταση ή να κάνουν μια κριτική εστιατορίου ή ένα φροντιστήριο μαγειρικής-συνταγών.

Αυτό το φαινόμενο συμπεριφοράς υπογραμμίζει ότι οι πλατφόρμες των κοινωνικών μέσων μπορούν να θεωρηθούν ως σημαντική πηγή κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η βιβλιογραφία έχει δώσει μια συνολική εικόνα αυτής της συμπεριφοράς και των επιπτώσεων της αυξανόμενης σημασίας των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, στη συμπεριφορά των καταναλωτών σε διάφορες βιομηχανίες τροφίμων.

Με παρόμοιο τρόπο, έχει υπάρξει αυξημένο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση του αντίκτυπου που έχουν οι εικόνες των τροφίμων που παράγονται από τους χρήστες, σε σχέση με την αυξανόμενη τάση που υπάρχει αυτή τη στιγμή για «υπερ-προσοχή στα τρόφιμα».

Η αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης ειδών πολυτελείας μπορεί να αποδοθεί σε μια «συρροή κοινωνικών δυνάμεων και επιχειρηματικών παραγόντων». Τα υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος έχουν οδηγήσει σε αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες πολυτελείας. Αυτό έχει αναμφισβήτητα συμβάλει στον εκδημοκρατισμό της πολυτέλειας. Οι Vickers και Renand προτείνουν την ταξινόμηση των προϊόντων πολυτελείας ανάλογα με τις λειτουργικές, εμπειρικές και αλληλεπιδραστικές -συμβολικές διαστάσεις τους. Οι έρευνες δείχνουν ότι τα εμπορικά σήματα πολυτελείας χαρακτηρίζονται από σχετικά υψηλή βαθμολογία σε έξι σημαντικές διαστάσεις ποιότητας, στην τιμή, την ποιότητα, την αισθητική, τη σπανιότητα, τη διαφορετικότητα και το συμβολικό νόημα. Παράλληλα, βασικά συμβολικά χαρακτηριστικά των ετικετών πολυτελείας αποτελούν το κύρος και η αυθεντικότητα. Αυτό έχει  ιδιαίτερη σημασία, εαν δεχτούμε ότι υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα πολυτέλειας. Ο De Barnier διακρίνει την πολιτέλεια σε προσβάσιμη, ενδιάμεση και απρόσιτη.

Ο μεταμοντερνισμός υποστηρίζει ότι οι καταναλωτές βρίσκονται σε συνεχή αναζήτηση της ταυτότητας μέσω της κατανάλωσης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν δεχτούμε την υπόθεση ότι οι καταναλωτές δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις εμπειρίες που περιλαμβάνουν μάρκες πολυτελείας ή στη λεγόμενη«βιωματική πολυτέλεια». Το φαινόμενο αυτό υπογραμμίζεται στα καταναλωτικά πρότυπα της πολιτισμικά διαφορετικής παγκόσμιας αγοράς, όπως καταδεικνύεται από την υψηλή συμμετοχή και τα αισθητήρια χαρακτηριστικά της λεγόμενης «εξόδου για φαγητό». Ο Sinha υπογραμμίζει ότι η εμπειρία της δείπνου, ιδιαίτερα στα θεματικά εστιατόρια, «δεν είναι μόνο βιωματική αλλά και αισθητηριακή» . Η εμπειρία γευσιγνωσίας του fine dining (FD), είναι  χαρακτηριστική αυτού του φαινομένου και συμφωνεί με το επιχείρημα ότι τόσο τα υλικά όσο και τα άυλα χαρακτηριστικά είναι αναπόσπαστα στοιχεία της πολυτέλειας και της καλής εμπειρίας που έχει ο πελάτης, όταν δειπνεί σε ένα εστιατόριο πολυτελείας.

Προηγούμενες μελέτες, αποκαλύπτουν, ότι το κίνητρο για την ανταλλαγή εμπειριών μπορεί να προσδιοριστεί τόσο από ενδογενείς όσο και από εξωγενείς διεργασίες: την ανάγκη για αναγνώριση (εξωτερική) και την αίσθηση της ύπαρξης (εσωτερική).

Ο Wang, διερεύνησε την καταγραφή ταξιδιωτικών εμπειριών ανταλλαγής τροφής, σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης και εντόπισε τα ακόλουθα πέντε βασικά κίνητρα κοινής χρήσης: κοινωνικά και σχεσιακά, αυτοπροβολή, σύνθεση συναισθημάτων, αυτο- αρχειοθέτηση και ανταλλαγή πληροφοριών. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τις εικόνες των τροφίμων, οι Kozinets et al. εντόπισαν τα ακόλουθα τρία μοντέλα συμμετοχής. Πρώτον,  συμμετοχή σε ιδιωτικά δίκτυα που οδηγεί στη διατήρηση και ενίσχυση των καθιερωμένων κοινωνικών σχέσεων, δεύτερον,  συμμετοχή σε δημόσια δικτύα, σε μια προσπάθεια να “προβάλλεται δημοσίως το πόσο υγιής, εντυπωσιακή ή με άλλα λόγια «άξια προσοχής» είναι η εμπειρία που σχετίζεται με τα τρόφιμα ή με την κατανάλωση των τροφίμων και τρίτον, τα επαγγελματικά δίκτυα, που δίνουν τη δυνατότητα στην ομάδα συμμετεχόντων  να ανταλλάξουν σχόλια για εστιατόρια, τεχνικές και τάσεις.

Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, το κίνητρο για τη λήψη εικόνων τροφίμων, μπορεί να ταξινομηθεί  σύμφωνα τόσο με βιωματικά, όσο και με συμβολικά οφέλη που προσφέρει. Τα βιωματικά οφέλη ικανοποιούν τις συναισθηματικές ανάγκες, όπως η αισθησιακή ευχαρίστηση, που χαρακτηρίζεται από ηδονισμό, αλτρουισμό και συλλογή πάθους. Ένα συμβολικό όφελος «εκπληρώνει» τις εσωτερικά δημιουργούμενες ανάγκες για αυτοεκδήλωση, θέση ρόλου, ένταξη στην ομάδα ή αναγνώριση του «εγώ». Με αυτό τον τρόπο σηματοδοτεί μια θέση στο κοινωνικό καθεστώς, μοναδικότητας, αυτοεκτίμησης και αυτο-παρουσίασης.

Για όλους αυτούς τους λόγους, παρόλο που μερικά πολυτελή εστιατόρια απαγορεύουν στους πελάτες τους να παίρνουν φωτογραφίες, φαίνεται ότι το κινητό τηλέφωνο έχει γίνει η τελευταία προσθήκη στα μαχαιροπίρουνα του τραπεζιού. Το κινητό τηλέφωνο σε συνδυασμό με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποτελεί την πιο σύγχρονη πτυχή του fine dining(FD). Σε επιφανειακό επίπεδο, το κίνητρο για λήψη φωτογραφιών φαγητού, σε ωραία εστιατόρια συνάδει με την επιθυμία να αποδειχθεί η εκεί παρουσία, όπως είναι ήδη εμφανές από την λήψη τουριστικών φωτογραφιών. Η τάση είναι να τεκμηριώνεται οπτικά μια ιδιαίτερη, πολιτισμικά μοναδική εμπειρία. Εμπειρία η οποία στη συνέχεια, μπορεί να μοιραστεί και με άλλους.

Οι εικόνες που δημιουργούνται από χρήστες αποτελούν, ολοένα και περισσότερο αναπόσπαστο στοιχείο της ολιστικής γαστρονομικής εμπειρίας, καθώς οι καταναλωτές επιδιώκουν να «πιστοποιήσουν τον εαυτό τους», μέσα στους σημαντικούς κοινωνικούς χώρους στους οποίους έχουν παραβρεθεί. Το αποτέλεσμα είναι, ότι οι καταναλωτές καταναλώνουν εικόνες και δεν επικεντρώνονται σε αυτό που οι εικόνες αντιπροσωπεύουν ή σημαίνουν. Αυτή είναι μια έννοια που αναφέρεται γενικότερα ως υπερρεαλισμός.

Η εικονική εμπειρία, ως μέρος της συνολικής γευστικής εμπειρίας, υποδηλώνει ο υπαρξισμός, οριοθετεί τις διαφορές μεταξύ πραγματικού και εξωπραγματικού. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η κατανάλωση στη μεταμοντέρνα κοινωνία, επαναπροσδιορίζει την έννοια και την αντίληψη της εικονικής πραγματικότητας. Μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί ότι η εικόνα ενός γεγονότος αντικαθιστά την πραγματική εμπειρία, γνώση και σημασία που δέχεται ο λήπτης της εμπειρίας-εικόνας.

Ως εκ τούτου, γνωρίζοντας ποιοι περιβαλλοντικοί παράγοντες (π.χ. χαρακτηριστικά προορισμού και εστιατορίων), ενεργοποιούν τη συμπεριφορά των καταναλωτών για κοινή χρήση, θα μπορούσαν να αντληθούν πληροφορίες για τη δυναμική της κοινής χρήσης της εμπειρίας κατανάλωσης τροφίμων, μέσω των πλατφορμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Πρακτικά, τα πολυτελή εστιατόρια οφείλουν να εξετάσουν, αλλά και να προσαρμόσουν μια, πιο φιλική προς τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης εμπειρία, που να αντανακλά τόσο τις τάσεις, όσο και τη συμπεριφορά του μεταμοντέρνου καταναλωτή. Κρίσιμοι παράγοντες της εμπειρίας του FD πρέπει να είναι η συνέπεια τόσο στην επιθυμητή ποιότητα του τροφίμου, όσο και στην προσαρμογή του στο πιάτο, ώστε να συλλαμβάνεται και να εκφράζεται οπτικά μέσω μιας φωτογραφικής κάμερας, ενός κινητού τηλεφώνου. Αυτή η πρόβλεψη, μπορεί να περιλαμβάνει απτά χαρακτηριστικά όπως η πολυπλοκότητα των προσφερόμενων εδεσμάτων, αλλά και άυλα όπως το φυσικό περιβάλλον της τραπεζαρίας.

Εαν ανατρέξει κάποιος στον τομέα της μόδας μπορεί να αντλήσει σημαντικά εργαλεία και πληροφορίες. Έτσι για παράδειγμα, οι Fionda και  Moore προσδιόρισαν τα ακόλουθα στοιχεία στις μάρκες πολυτελείας: επικοινωνία μάρκετινγκ, ακεραιότητα προϊόντος, υπογραφή σχεδίου, προνομιακή τιμή, αποκλειστικότητα, κληρονομιά, περιβάλλον και υπηρεσίες, πολιτισμός και ξεχωριστή ταυτότητα.

Η εφαρμογή της τυπολογίας των Fionda και Moore σε πολυτελή εστιατόρια, μπορεί να βοηθήσει τους εστιάτορες,  να προσφέρουν συναρπαστικές πολυτελείς εμπειρίες, που να έχουν όμως και ψηφιακή απήχηση.

Εν κατακλείδι, μπορεί κάποιος να πει ότι, η σχέση μεταξύ της ανταλλαγής εμπειριών σε θέματα φαγητού και συνολικής γαστρονομικής εμπειρίας, μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητή υπό το πρίσμα της έννοιας της συνδημιουργίας.Η συνδημιουργία είναι μια σημαντική πτυχή του σύγχρονου καταναλωτή, καθώς αναγνωρίζεται ο ενεργός ρόλος του. Υπό αυτή την έννοια, η ληψη στιγμών σχετικών με τα τρόφιμα, αλλά και η κοινή χρήση τους, μπορεί να θεωρηθεί ως παράδειγμα αυτής της συνύπαρξης του καταναλωτή με το δημιουργό του πιάτου. Παρουσιάζοντας αισθητικά ευχάριστα, νόστιμα και εξωτικά φαγητά και ρυθμίζοντας εικονικά τις λεπτομέριες που αφορούν τα τρόφιμα, οι καταναλωτές συνδημιουργούν και κάνουν όλη την εμπειρία τους να αποκτά υπόσταση. Επιπλέον, η προσθήκη ετικετών, αλλά και η κοινή χρήση των φωτογραφιών επιβεβαιώνουν το σημαντικό ρόλο της κοινωνικής σύνδεσης που πραγματοποιείται μέσω της ανταλλαγής φαγητού.

Σε μια εποχή κατά την οποία οι καταναλωτές τεκμηριώνουν με ενθουσιασμό και μοιράζονται τις καταναλωτικές εμπειρίες τους, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι ψηφιοποιημένες γαστρονομικές εμπειρίες έχουν τη δυνατότητα να προωθήσουν αποτελεσματικά τις τουριστικές επιχειρήσεις. Το φαγητό έχει μια απαράμιλλη δυνατότητα να επικοινωνεί την αίσθηση ενός «τόπου», καθώς η τοπική κουζίνα προσφέρει άμεσο παράθυρο και απτή σύνδεση με την κληρονομιά και τον πολιτισμό του προορισμού και την καθημερινή ρουτίνα των λαών που τον κατοικούν.

Βιβλιογραφικές αναφορές:

Glyn Atwal, Douglas Bryson, Valériane Tavilla, (2018) “Posting photos of luxury cuisine online: an exploratory study”, British Food Journal, https://doi.org/10.1108/BFJ-02-2018-0076

Sean Coary, Morgan Poor, (2016) “How consumer-generated images shape important consumption outcomes in the food domain”, Journal of Consumer Marketing, Vol. 33 Issue: 1, pp.1-8, https://doi.org/10.1108/JCM-02-2015-1337

Saerom Wang, Ksenia Kirillova & Xinran Lehto (2017) Travelers’ food experience sharing on social network sites, Journal of Travel & Tourism Marketing, 34:5, 680-693, DOI: 10.1080/10548408.2016.1224751

Χημικές… Aισθήσεις

22016856_1853458278017667_490106151_o

Η ερώτηση κλειδί… «μα καλά…τι είναι επιτέλους αυτό το umami; Υπάρχει όντως;».

2018, μια ακόμη ακαδημαϊκή χρονιά… μια ακόμη απορία των μαθητών μου… Με αφορμή λοιπόν την συνέχιση της εκπαίδευσης μου στην οργανοληπτική αξιολόγηση κρεατοσκευασμάτων, αποφάσισα να δώσω μια ακόμη προσέγγιση για το θέμα των χημικών αισθήσεων. Για να καταλάβει κανείς το umami άλλωστε, πρέπει πρώτα να καταλάβει τη λειτουργία του γευστικού μηχανισμού, μιας βασικής χημικής αίσθησης του ανθρώπου.

Δεδομένου ότι  έχω σταθεί ήδη σε προηγούμενα άρθρα, στη μοριακή δομή και την ιστορία του umami (https://wordpress.com/post/itchyspoon.wordpress.com/325), αυτή τη φορά θα κάνω μια ιστορική ανασκόπηση στη μοριακότητα και την εξέλιξη της γεύσης.

Πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια πριν, ο Δημόκριτος (περίπου 460-370 π.Χ.) έγραψε ότι η ανθρώπινη αισθητήρια κατασκευή, αποτελείται από τέσσερις γευστικές διαστάσεις: γλυκιά, ξινή, αλμυρή και πικρή. Θεωρούσε ότι κάθε αίσθηση γεύσης προερχόταν από ξεχωριστά ατομικά σχήματα της ύλης. Οι ουσίες με γλυκιά γεύση πήγαζαν από στρογγυλά και μεγάλα σωματίδια, οι αλμυρές προέρχονταν από σωματίδια που έμοιαζαν με ισοσκελή τρίγωνα, η πικρή γεύση πήγαζε από σκαλινά, μικρά τριγωνικά σωματίδια, ενώ η ξινή θεωρούσαν ότι προέρχεται από μεγάλα, ακατέργαστα και τραχιά σωματίδια.

Μέσα στους αιώνες διατυπώθηκαν αρκετές τυπολογίες σχετικά με το μηχανισμό της γεύσης, όπως η διδιάστατη αντίληψη μεταξύ γλυκιάς και αλμυρής του Αριστοτέλη, οι ευρωπαίοι μελετητές όμως, υποστήριξαν το τετραπλό σύστημα του Δημόκριτου, ακόμη και μετά την ανακάλυψη του μικροσκοπίου και την αποκάλυψη των γευστικών υποδοχέων πάνω στη γλώσσα.  Στους ερευνητές του 19ου αιώνα, αυτοί οι γευστικοί κάλυκες έμοιαζαν με μικρές κλειδαρότρυπες, προσαρμοσμένες να δέχονται διαφορετικά διαμορφωμένα σωματίδια τροφίμων.

Στη μεταπολεμική περίοδο και στον εικοστό αιώνα, η προσοχή των μελετητών στράφηκε στη εξακρίβωση του βαθμού κατά τον οποίο ο μοριακός αυτός καταχωρητής, οι γευστικοί κάλυκες δηλαδή, είναι ανιχνεύσιμος (μετρήσιμος μέσω πειραματικού εξοπλισμού και τεχνικών), ποσοτικοποιημένος (ως πιθανό καθολικό μέσο σύγκρισης) και έγκυρος (εδραιωμένος στην κοινωνική, οικονομική και υλική υποδομή), για τη μελέτη της γεύσης και της οσμής. Επιπλέον άρχισε να μελετάτε, ο βαθμός στον οποίο η μοριακή ανίχνευση μέσω της γλώσσας, επιδρά τόσο στην ανθρώπινη υγεία του καταναλωτή, αλλά και στην ευχαρίστηση που νιώθει.

Οι γεύσεις, είναι αισθήσεις που προκαλούνται από χημικές ενώσεις (π.χ. σάκχαρα, άλατα, οξέα ή αλκαλοειδή κ.α.), που ονομάζονται γευστικές ενώσεις. Αυτές οι ενώσεις διαλύονται στο σάλιο και συναντούν συγκεκριμένες θέσεις χημικής ανίχνευσης στην επιφάνεια της γλώσσας (γευστικοί κάλυκες), αλλά και αλλού στην στοματική κοιλότητα και σε ολόκληρο το πεπτικό σύστημα. Αυτός ο αισθητήριος μηχανισμός ονομάζεται γεύση.

Η όσφρηση αποτελεί μια ξεχωριστή χημική αίσθηση, στην οποία οι πτητικές χημικές ουσίες των τροφίμων, που ονομάζονται αρώματα, διαβιβάζονται μέσα από τα ρουθούνια και τον ουρανίσκο, για να ενεργοποιήσουν τους οσφρητικούς υποδοχείς στην κορυφή της ρινικής κοιλότητας.

Η γεύση και η όσφρηση μαζί προσδίδουν το “flavor”. Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν, ότι το “flavor” συμπληρώνεται από μια τρίτη αίσθηση: την υφή, την αίσθηση δηλαδή που αφήνει το τρόφιμο στο στόμα. Πάρτε, για παράδειγμα, τη διέγερση από την αψάδα του σκόρδου, το κάψιμο από τις πιπεριές τσίλι ή τη δροσιά μετά την κατανάλωση μέντας. Οι σωματοαισθητικές αισθήσεις όπως η υφή και η όραση, έχουν διερευνηθεί ως μοριακοί διαμορφωτές της αντίληψης για το πόσο νόστιμο – ή όχι – είναι ένα τρόφιμο. Έτσι για παράδειγμα, τα μακαρόνια “γεύονται” διαφορετικά σερβιρισμένα σε ένα λευκό πιάτο, παρά σε ένα πράσινο.

Η Αμερικανική γαστρονομική κουλτούρα (αλλά και η δική μας, δεδομένου ότι διατροφικά ακολουθούμε τους Αμερικανούς) έχει, εδώ και καιρό, χωρίσει την τροφή σε πηγή ευχαρίστησης ή πηγή ενέργειας. Ωστόσο, οι πρόσφατες έρευνες πάνω στις χημικές αισθήσεις, υποδηλώνουν ότι ο ρόλος τους στη συντήρηση της υγείας, είναι πιο περίπλοκος από ό, τι προηγουμένως είχε θεωρηθεί, καθώς οι “βασικές γεύσεις” δε σηματοδοτούν απλά τα θερμιδογόνα θρεπτικά συστατικά, που είναι απαραίτητα για την επιβίωση. Δεν αρκεί λοιπόν να συζητάμε μόνο για τις ενεργειακές (θερμίδες) ή τις θρεπτικές (λίπη, υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, βιταμίνες) ουσίες που δίνουν οι τροφές, αφού η ηδονική αξία του φαγητού δεν αποτελεί προνόμιο μιας γαστρονομικής ελίτ, αλλά ολόκληρου του καταναλωτικού κοινού. Η κατανάλωση φαγητού υπήρξε μια καθοδηγητική δύναμη στη μεταπολεμική τυποποίηση της επιστήμης των τροφίμων και στην εμφάνιση του λεγόμενου «Big Food». Η αποκωδικοποίηση του δυνητικού αντίκτυπου της κατανάλωσης, στη φυσική και ψυχική υγεία των επόμενων γενεών, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης μιας ολόκληρης γενιάς επιστημόνων.

Οι κατασκευαστές τροφίμων, χρόνια πριν η μοριακή γαστρονομία φέρει αυτές τις γνώσεις στις επαγγελματικές κουζίνες, βασίζονταν σε οργανοληπτικές μελέτες, καθώς η γνώση πάνω στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά επηρέαζε και επηρεάζει την αρέσκεια των καταναλωτών και άρα τις πωλήσεις των προϊόντων. Ωστόσο, τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και ο τρόπος με τον οποίο επιδρούν στη μνήμη, δεν είναι η μοναδική λειτουργική ιδιότητα των μορίων που επηρεάζουν τις χημικές αισθήσεις. Μηχανισμοί χημειοευαισθητοποίησης στην πέψη μέσω του εντέρου, προκαλούν ορμονικές και νευρικές αποκρίσεις, μεταβολές στη μεταφορά των ιόντων του βλεννογόνου (οι οποίες ρυθμίζουν την κινητικότητα, την όρεξη, την έκκριση ινσουλίνης), έκκριση βλέννας κ.α.. Για παράδειγμα, απορόφηση από το έντερο, γλουταμινικού οξέος επηρεάζει την πρόσληψη τροφής, την πέψη, την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών και τις διαδικασίες ομοιόστασης, διατήρησης δηλαδή της ενεργειακής ισορροπίας, μέσω των οποίων το σώμα ρυθμίζει τα επίπεδα κυκλοφορούντος γλυκόζης, ελεύθερων λιπαρών οξέων και άλλων θρεπτικών ουσιών. Παράλληλα επηρεάζεται και η έκκριση ορμονών στο αίμα και στον εγκέφαλο.

Είναι ως εκ τούτου ξεκάθαρο, πως η βαθύτερη κατανόηση της μοριακότητας της τροφής, μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη τεχνολογιών, οι οποίες θα αυξήσουν την ποικιλία νόστιμων τροφίμων για τους καταναλωτές, αλλά και θα ωθήσουν τους παραγωγούς και μεταποιητές να δώσουν έμφαση τόσο στη διατροφική αξία, όσο και στο οργανοληπτικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τις πωλήσεις των προϊόντων τους.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Sarah E. Tracy (2018) Delicious molecules: big food science, the chemosenses, and umami, The Senses and Society, Vol. 13, Issue 1, p.p. 89-107, DOI: 10.1080/17458927.2017.1420027

Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας… στο πιάτο

41756896_731554980524662_22814226326224896_n

Η φωτογραφία είναι του αγαπημένου μου μαθητή και νυν μάγειρα:

François Jouenne-Peyrat

Ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια από μικρή, δεν ήταν άλλο από το γνωστό μύθο του Αισώπου, «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας». Που να φανταζόμουν ότι θα έφτανε η εποχή που το αγαπημένο «σνακ» των Αρχαίων Ελλήνων, η ακρίδα δηλαδή, θα έρχοταν πάλι στο προσκήνιο και που εκτός από το καρμίνιο θα μιλάγαμε για αλεύρι γρύλου (https://bachhuberconsulting.com/) και τζιν από την απόσταξη μυρμηγκιών (https://www.masterofmalt.com/gin/the-cambridge-distillery/anty-gin/)..

Στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής και του ταχέως αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού, γίνονται προσπάθειες σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική (εφεξής «Δύση»), για την αύξηση της «βιωσιμότητας» του τρέχοντος κτηνοτροφικού συστήματος . Όλο και πιο συχνά ακούγεται η άποψη ότι η κατανάλωση εντόμων («entomophagy»), πρέπει να υιοθετηθεί από τους δυτικούς πληθυσμούς. Η άποψη αυτή βασίζεται κυρίως στα πολλαπλά οφέλη της κατανάλωσης εντόμων σε σχέση με τα συμβατικά εκτρεφόμενα ζώα. Για παράδειγμα, τα έντομα έχουν συγκρίσιμα επίπεδα πρωτεϊνών και θρεπτικών ουσιών με τις αγελάδες, τους χοίρους και τα κοτόπουλα, αλλά η καλλιέργεια τους είναι πολυ πιο πράσινη από τα εν λόγω είδη.

Η παραγωγή ζωϊκών πρωτεϊνών έχει σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον και χρειάζονται εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης, που να έχουν μικρότερο περιβαλλοντικό αντίκτυπο και να είναι εύκολα αποδεκτές από τους καταναλωτές. Σε σύγκριση με το βόειο κρέας και το χοιρινό κρέας, οι πρωτεΐνες των φυτών και των εντόμων μπορούν να παραχθούν πιο βιώσιμα, αν και η αποδοχή τους μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερη πρόκληση.

Η εντομοφαγία (δηλαδή η κατανάλωση εντόμων από τους ανθρώπους) ήταν μια αρχαία διατροφική συνήθεια. Άνθρωποι από διάφορους ιστορικούς πολιτισμούς όπως οι Αιγύπτιοι, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι έτρωγαν έντομα. Αργότερα στην ιστορία, τα έντομα σχεδόν εξαφανίστηκαν από τη διατροφή σε πολλές ευρωπαϊκές περιοχές. Το σύγχρονο κλίμα της Κεντρικής Ευρώπης και η εμφάνιση πιο εύκολα προσβάσιμων πηγών τροφής, πιθανότατα διευκόλυνε την εγκατάλειψη των εντόμων.

Ωστόσο τα έντομα παρέμειναν μια πολύτιμη πηγή τροφής σε πολλά μέρη του κόσμου, με υψηλότερα ποσοστά κατανάλωσης στους αυτόχθονες πληθυσμούς αναπτυσσόμενων και αναπτυγμένων χωρών, όπως η Κίνα και η Ταϊλάνδη. Σε περιοχές όπως η Ευρώπη, η εντομοφαγία σχεδόν εξαφανίστηκε, τα έντομα θεωρήθηκαν πολύ περισσότερο ως δείκτης μόλυνσης των τροφίμων και φορέας κινδύνων για την υγεία, παρά ως πολύτιμη πηγή τροφής. Παρόλο που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα ως “gourmet” λιχουδιά σε ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες, δεν επέστρεψαν στην κανονική διατροφή των Ευρωπαίων καταναλωτών, οι οποίοι βιώνουν αισθήματα αηδίας και φόβου για κακή γεύση, ακόμη και στην ιδέα της κατανάλωσης εντόμων. Οι καταναλωτές αναφέρουν χαμηλή προθυμία κατανάλωσης εντόμων σε ευρωπαϊκές χώρες όπως το Βέλγιο, τη Γερμανία και την Ελβετία. Διάφοροι ψυχολογικοί και κοινωνικοδημογραφικοί παράγοντες έχουν εντοπιστεί και θεωρείται ότι καθορίζουν την απροθυμία των καταναλωτών να υιοθετήσουν τα έντομα ως πηγή τροφής.

Η αποδοχή ή η μη αποδοχή ενός προϊόντος από τον καταναλωτή καθορίζεται από διάφορες πεποιθήσεις, αλλά και από τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τη λήψη αποφάσης για την κατανάλωση ή μη ενός τροφίμου. Οι πολιτισμικές επιρροές, οι πεποιθήσεις καθώς και η κοινωνική ελκυστικότητα των τροφίμων, έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κατανάλωση τους. Ο πολιτισμός, οι κοινωνικοί κανόνες και οι προηγούμενες εμπειρίες διαμορφώνουν τα όρια στο τι θεωρείται βρώσιμο ή μη.

Στοιχεία που θεωρούνται μη βρώσιμα, όπως τα έντομα, μπορούν να προκαλέσουν μια αντίδραση δυσαρέσκειας ή αηδίας ακόμη και στη σκέψη της κατανάλωσης τους. Αυτός ο κοινωνικο-πολιτισμικός μηχανισμός αποσκοπεί στην προστασία του σώματος από δυνητικά επιβλαβείς ουσίες. Η εμφάνιση ενός φαγητού μπορεί επίσης να προκαλέσει απόρριψη του. Οι Rozin και Fallon (1987) ισχυρίστηκαν ότι η υπενθύμιση της προέλευσης ενός τροφίμου ως ζώο, η «ζωικότητά του» δηλαδή, είναι βασικός παράγοντας απόρριψης του. Δεν είναι τυχαίο ότι καταναλώνουμε πολύ πιο εύκολα μια μπριζόλα, όταν δεν έχουμε μπροστά μας την εικόνα του σφάγιου ή και του ζωντανού ζώου. Το όραμα ενός ολόκληρου γρύλου, με τα εξαιρετικά μεγάλα πόδια του να εξέχουν από το στόμα, ή ενός μεταξοσκώληκα με τη γλοιώδη επιδερμίδα του, μπορούν να προκαλέσουν φόβο και αηδία στους καταναλωτές.

Ταυτόχρονα με την υπενθύμιση της «ζωικότητας», η υφή,  το αίσθημα δηλαδή που αφήνει το τροφιμο στο στόμα και οι ιδιότητες της, είναι από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά απόρριψης μιας τροφής.

Έχουν καταγραφεί περίπου 2111 βρώσιμα είδη εντόμων, τα οποία μπορούν να καταναλωθούν σε ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών παρασκευών. Τέσσερα είδη εντόμων,- τα «Μεγάλα Τέσσερα» – είναι τα πιο δημοφιλή για να υιοθετηθούν από την Ευρωπαϊκή αγορά, οι προνήμφες δύο ειδών σκαθαριών, ο γρύλος και η ακρίδα.  Παράλληλα καταναλώνονται ο σκορπιός και κάποια είδη μυρμηγκιών.

Ποιο είναι όμως το προφίλ των καταναλωτών που θα δοκίμαζαν έντομα; Και με ποια μορφή θα γινόταν πιο εύκολη αυτή η δοκιμή;

Nεαροί σε ηλικία άνδρες με χαμηλά επίπεδα νεοφοβίας, που δεν τους αρέσει ιδιαίτερα το κρέας, είναι ανοιχτοί στη δοκιμή νέων τροφίμων και ενδιαφέρονται για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιλογής της τροφής τους, έχουν  πιθανότητα 75% να υιοθετήσουν τα έντομα ως υποκατάστατο του κρέατος. Το εάν τα άτομα αυτά θα είναι πραγματικοί καταναλωτές εντόμων, είναι πιθανό να επηρεαστεί από τα τελική μορφή που θα έχουν τα προϊόντα αυτά.

Πιστεύεται ότι οι άνθρωποι θα είναι πιο πρόθυμοι να φάνε προϊόντα που παράγονται με επεξεργασμένα έντομα, επειδή η προέλευση και τα αηδιαστικά χαρακτηριστικά τους θα είναι λιγότερο εμφανή, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την ακαδημαϊκή έρευνα. Η ενσωμάτωση των εντόμων σε γνωστές μορφές τροφίμων μπορεί λοιπόν, να είναι ο καταλληλότερος τρόπος για την εισαγωγή τους στις δυτικές αγορές. Αυτή είναι και η γραμμή που συνήθως ακολουθούν οι παραγωγοί αυτών των τροφίμων, τα οποία τείνουν να μοιάζουν περισσότερο με συμβατικά προϊόντα όπως τα ζυμαρικά, οι σοκολάτες ή οι πρωτεϊνικές ράβδοι. Μια ματιά στο παρακάτω site ίσως σας πείσει ότι τα έντομα βρίσκονται μέσα στην Ευρωπαϊκή αγορά για τα καλά.( https://www.next-food.net/)

Παράλληλα, για να αυξηθεί η αποδοχή των εντόμων ως πηγή τροφής, είναι ζωτικής σημασίας να αναγνωριστεί η σημασία της κοινωνικής επιρροής. Εαν αναγνωριστούν τα έντομα ως εναλλακτική πηγή πρωτεΐνης, φιλικής προς το περιβάλλον και με καλή γεύση, από δημοφιλή άτομα της «γαστρονομικής σκηνής», τότε η ενσωμάτωση τους στην κουζίνα και η χρήση τους θα γίνει πολύ πιο εύκολη, δεδομένου ότι οι κοινωνικές επιδράσεις ασκούν ισχυρά αποτελέσματα μοντελοποίησης στην πρόσληψη της τροφής από τους ανθρώπους.

Για επίλογο, με χαρά τολμώ να πω ότι, τα τελευταία 7 χρόνια που μιλάω για εντομοφαγία στους μαθητές μου, έχω παρατηρήσει μια μεταστροφή από την απόλυτη αποστροφή, στην αποδοχή της ιδέας. Φέτος μάλιστα είχα ολόκληρα τμήματα μελλοντικών επαγγελματιών μαγείρων, οι οποίοι δήλωναν ότι θα δοκίμαζαν και ίσως και να προσπαθούσαν να μαγειρέψουν έντομα. Ένας μάλιστα από αυτούς μου έστειλε και τη φωτογραφία που χρησιμοποιήθηκε στην αρχή του άρθρου, δείχνοντας μου την προσπάθεια του. Ευχαριστώ πολύ Francois. Ελπίζω να ήταν νόστιμα 😉

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Hartmann C., Ruby M.B., Schmidt P., Siegrist M., (2018), Brave, health-conscious, and environmentally friendly: Positive impressions of insect food product consumers, Food Quality and Preference, Vol. 68, p.p. 64–71

Hartmann C., Shi J., Giusto A., Siegrist M., (2015), The psychology of eating insects: A cross-cultural comparison between Germany and China, Food Quality and Preference, vol. 44, p.p. 148–156

House J., (2018): Insects are not ‘the new sushi’: theories of practice and the acceptance of novel foods, Social & Cultural Geography, DOI: 10.1080/14649365.2018.1440320

Verbeke W., (2015), Profiling consumers who are ready to adopt insects as a meat substitute in a Western society, Food Quality and Preference, Vol. 39, p.p. 147–155

 

 

Βιώσιμη Διατροφή

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Μεσογειακή διατροφή και για τη Μεσογειακή κουζίνα. Άλλα τόσα έχουν ειπωθεί για τους «πυλώνες» της, το ελαιόλαδο, τα ψάρια, τα μεσογειακά λαχανικά. Δεν είναι τυχαίο ότι πέρα από τον Ατλαντικό, αλλά και σε αρκετές Ευρωπαϊκές αγορές αυτή τη στιγμή, οι επενδύσεις αλλά και τα κέρδη των επιχειρήσεων που σχετίζονται με το παραπάνω μοντέλο διατροφής, είναι τεράστια. Πόσοι όμως γνωρίζουν την έννοια της βιώσιμης διατροφής; Πόσοι γνωρίζουν την άλλη αξία της Μεσογειακής διατροφής; Όχι αυτή που σχετίζεται με τα οφέλη προς την ανθρώπινη υγεία δηλαδή, αλλά με τα οφέλη προς το περιβάλλον..

Το σημερινό σύστημα παραγωγής τροφίμων, παράγει προϊόντα που περιέχουν υπερβολικές ποσότητες λίπους και ζάχαρης που προάγουν το υπερβολικό βάρος και την παχυσαρκία. Η παγκόσμια κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, που συνήθως έχουν χαμηλή θρεπτική πυκνότητα, προκαλεί τόσο έλλειψη μη θερμιδογόνων θρεπτικών συστατικών, όσο και έλλειψη εδώδιμων ινών.

Η συνδυασμένη επίδραση της μαζικής παραγωγής τέτοιων τροφίμων και της σύγχησης των καταναλωτών λόγω της ποικιλίας των σημάτων και των προϊόντων, είναι η επιβάρυνση των χρόνιων ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή, όπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο καρκίνος, ο διαβήτης και η οστεοπόρωση.

Εκτός από το γεγονός ότι η γη αδυνατεί να παράσχει τρόφιμα για όλο τον παγκόσμιο πληθυσμό, το παρόν σύστημα επιδεινώνει επίσης τους φυσικούς πόρους της γης, όπως το νερό, τα ορυκτά καύσιμα και άλλα σημαντικά προϊόντα. Τα προβλήματα που συνδέονται με το σημερινό σύστημα, όπως η αλλαγή του κλίματος, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η απώλεια βιοποικιλότητας και η ρύπανση, αναγκάζουν πολλές χώρες να δημιουργήσουν ένα πιο βιώσιμο σύστημα παραγωγής τροφίμων. Οι μεταποιητές τροφίμων και οι παραγωγοί μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο, σχεδιάζοντας προϊόντα που μπορούν να ενσωματωθούν σε βιώσιμες δίαιτες.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, είχε προταθεί η έννοια της «βιώσιμης διατροφής». Μιας διατροφής που θα περιλάμβανε διατροφικές συστάσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν σε υγιέστερους καταναλωτές και ασφαλέστερο περιβάλλον. Οι «βιώσιμες διατροφές» ορίζονται ως « δίαιτες με χαμηλές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, που συμβάλλουν στην ασφάλεια των τροφίμων και της διατροφής και στην υγιεινή ζωή των σημερινών και των μελλοντικών γενεών». Οι βιώσιμες διατροφές προστατεύουν και σέβονται τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα, είναι αποδεκτές από τον εκάστοτε πολιτισμό, είναι εύκολα  προσβάσιμες, οικονομικά δίκαιες και οικονομικά προσιτές, επαρκείς από άποψη διατροφής, ασφαλείς, ενώ παράλληλα βελτιστοποιούν τους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους.

Τρεις κατευθυντήριες γραμμές έχουν προταθεί για την ανάπτυξη μιας υγιούς και βιώσιμης διατροφής:

α. Η μείωση της κατανάλωσης τροφίμων ξένων ως προς την κουλτούρα και τις διατροφικές μας συνήθειες. Τρόφιμα πολύ επεξεργασμένα και με υψηλό ενεργειακό περιεχόμενο, αυξάνουν τόσο τον κίνδυνο διατροφικών ανισορροπιών, όσο και τη χρήση περιβαλλοντικών πόρων.

β. Η δίαιτα  πρέπει να περιλαμβάνει λιγότερα ζωικά και περισσότερο φυτικά τρόφιμα, ώστε να προσφέρει οφέλη τόσο σε θέματα υγείας, όσο και οικολογικά.

γ. Ποσότητες τροφίμων που καταναλώνονται πάνω από τις ενεργειακές απαιτήσεις ενός ατόμου, αποτελούν αναπόφευκτη επιβάρυνση, υπό τη μορφή εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, χρήσης φυσικών πόρων και επιβάρυνσης της βιοποικιλότητας.

Το 2010, η Μεσογειακή Διατροφή, μια συλλογή διατροφικών συνηθειών που παραδοσιακά ακολουθούνταν από τους κατοίκους των χωρών στις χώρες που συνορεύουν με τη Μεσόγειο, χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας, όχι μόνο για τα διατροφικά χαρακτηριστικά της, αλλά και για τις οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικοπολιτισμικές επιπτώσεων σε διάφορους τομείς γεωργικού και οικολογικού ενδιαφέροντος.

Εμπειρογνώμονες στον τομέα της διατροφής, επιδημιολόγοι και ερευνητές είναι πεπεισμένοι ότι η μεσογειακή διατροφή είναι εξαιρετικά καλή για την υγεία του ανθρώπου, όπως αναφέρεται στην επιστημονική βιβλιογραφία, η οποία συνδέει τη μεσογειακή διατροφή με διάφορα οφέλη για την υγεία, συμπεριλαμβανομένου του μειωμένου κινδύνου θνησιμότητας και της μικρότερης συχνότητας εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων.

Επιπλέον, η μεσογειακή διατροφή συνδέει το περιβάλλον με την ανθρώπινη υγεία. Πράγματι, το παραδοσιακό μοντέλο μεσογειακής διατροφής, μπορεί να θεωρηθεί ως βιώσιμη διατροφή λόγω της μεγάλης ποικιλίας τροφών, που εξασφαλίζουν τόσο τη διατροφική ποιότητα, όσο και τη βιοποικιλότητα, το σεβασμό της ανθρώπινης φύσης και της εποχικότητας και τις χαμηλές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, λόγω της χαμηλής κατανάλωσης ζωικών προϊόντων.

Τα διαιτολογικά πρότυπα μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι τα προϊόντα με βάση το κρέας έχουν το μεγαλύτερο αντίκτυπο στην υπερθέρμανση του πλανήτη, ενώ τα προϊόντα δημητριακών καθώς και τα φρούτα και τα λαχανικά επηρεάζουν λιγότερο.

Παρά όμως την πληθώρα οφελών που υπάρχουν, από την υιοθέτηση ενός μοντέλου μεσογειακής διατροφής, τόσο για το άτομο, όσο και για το περιβάλλον, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να υπάρχει μια απομάκρυνση των κατοίκων των μεσογειακών χωρών από το βιώσιμο αυτό μοντέλο διατροφής.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι παρασύρονται από το ένα διαιτητικό μοντέλο στο άλλο. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές φαίνεται ότι έχουν συμβάλει σημαντικά στη ριζική αναστροφή των διατροφικών συνηθειών, στις κοινωνίες της Νότιας Ευρώπης.

Το φύλο και η ηλικία είναι σημαντικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με την τήρηση του μοντέλου της μεσογειακής διατροφής. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες, τείνουν να ακολουθούν το μοντέλο, περισσότερο από τους άντρες. Παράλληλα η αύξηση της ηλικίας οδηγεί σε μεγαλύτερη προσκόλληση στο μοντέλο. Άλλη σημαντική μεταβλητή είναι ο τρόπος ζωής και τα πρότυπα διατροφής που προβάλλονται (τάσεις). Για παράδειγμα άνθρωποι που δεν καπνίζουν ή σταματούν να καπνίζουν φαίνεται να ακολουθούν περισσότερο το μοντέλο, το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους που αθλούνται.

Μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών, το επίπεδο της εκπαίδευσης έχει αποδειχθεί ισχυρός παράγοντας, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των ετών εκπαίδευσης, τόσο υψηλότερο είναι το επίπεδο τήρησης του μοντέλου της μεσογειακής διατροφής. Τέλος σημαντική απομάκρυνση από το μοντέλο αυτό βιώσιμης διατροφής, φαίνεται να έχει προκληθεί από την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει ο Ευρωπαϊκός Νότος εδώ και μια δεκαετία περίπου.

Ας ελπίσουμε ότι με σωστό σχεδιασμό και σωστή εκπαίδευση θα καταφέρουμε, να κρατήσουμε αναλοίωτο αυτό το δώρο που μας έχει δωθεί από τους προγόνους μας, τόσο για δικό μας όφελος, όσο και προς όφελος της πανέμορφης «γειτονιάς» μας, της Μεσογείου.

Για να κρατάμε τις παραδόσεις όμως, καλό είναι να κρατάμε και τις παραδοσιακές συνταγές..δε θα δώσω όμως φάβα και γαύρο μαρινάτο, αλλά μια πανεύκολη συνταγή που βρήκα σε ένα βιβλίο θησαυρό..

Γκολιόπιτα: γυμνή (χωρίς φύλλα), καλοκαιρινή και εύκολη..

Υλικά:

1,5 Kg κολοκυθάκια

4 αβγά

240 g γάλα

210 g ζάχαρη

65 g αλεύρι

190 g ελαιόλαδο

Αλάτι

Εκτέλεση:

Καθαρίζουμε και τρίβουμε τα κολοκυθάκια, στο χοντρό του τρίφτη. Τα πασπαλίζουμε με αλάτι και τα αφήνουμε να στραγγίσουν. Χτυπάμε με το σύρμα 3 αβγά, το γάλα, τη ζάχαρη και το περισσότερο από το ελαιόλαδο. Με το υπόλοιπο λάδι, περνάμε το ταψί και στη συνέχεια το πασπαλίζουμε με λίγο αλεύρι. Προσθέτουμε σταδιακά το αλεύρι στο μίγμα των αβγών και χτυπάμε μέχρι να ομογενοποιηθεί. Στίβουμε καλά τα κολοκυθάκια και τα προσθέτουμε στο μίγμα. Αδειάζουμε το μίγμα προσεκτικά στο ταψί και το αλείφουμε με χτυπημένο αβγό. Ψήνουμε στο φούρνο, αρχικά στους 200⁰C για 30΄και στη συνέχεια στους 180⁰C για άλλα 30 λεπτά, μέχρι να ροδίσει.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Alsaffar A. A., (2016), Sustainable diets: The interaction between food industry, nutrition, health and the environment, Food Science and Technology International, Vol. 22, Issue 2, p.p. 102–111, DOI: 10.1177/1082013215572029

Benedetti I., Biggeri L., Laureti T., Secondi L., (2016), Exploring the Italians’ food habits and tendency towards a sustainable diet: the Mediterranean eating pattern, Agriculture and Agricultural Science Procedia, Vol.8, p.p. 433 – 440

Βουτσινά Εύη, Ο πολιτισμός του τραπεζιού στο βόρειο Έβρο, εκδόσεις συλλόγου γυναικών νομού Έβρου

“Η εποχή του όχι” και πως να ανταπεξέλθετε

κουλουράκια 2

Μετά την επιτυχή συμβίωση δύο καλοκαιριών με τον απόγονο του συντρόφου μου, ένα δεκάχρονο παιδάκι που θεωρεί οτιδήποτε πράσινο αηδιαστικό, αλλά και μετά τις εκκλήσεις δεκάδων φίλων μου, που βίωσαν ή βιώνουν τη μοναδική «εποχή του όχι» των παιδιών τους, (ξέρετε εκεί ανάμεσα 2-4), αποφάσισα να διερευνήσω τις νεώτερες εξελίξεις στον τομέα της αποδοχής των τροφών, από τον άνθρωπο.

Από το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και μετά, οι χημικές αισθήσεις εντοπίζουν ερεθίσματα στο εγγύς περιβάλλον μας και ξεκινούν την κατανόηση και την πλοήγησή μας στον κόσμο γύρω μας. Στην πρώιμη ζωή βιώνουμε την πρώτη μας έκθεση στις βασικές γεύσεις και μυρωδιές των τροφίμων και μέσα από αυτές αναπτύσσουμε τη γνώση για το τι είναι ασφαλές, ευχάριστο και απολαυστικό σαν τροφή. Η επιλογή και η λήψη τροφής είναι σημαντικές μαθησιακές συμπεριφορές, βασισμένες στη σχέση μεταξύ της αισθητηριακής πληροφορίας και της μετά την κατάποση εμπειρίας πληρότητας και ικανοποίησης. Το φαγητό δεν έχει θρεπτική αξία μέχρι να επιλεγεί και να καταναλωθεί. Η επαναλαμβανόμενη κατανάλωση θα εξαρτηθεί από την αποδοχή ή όχι αυτής της πρώτης εμπειρίας.

Από τη νηπιακή ηλικία, η γεύση, η οσμή και η υφή, παράλληλα με την όραση και την ακοή, παίζουν κεντρικό ρόλο στην επιλογή των πρώτων τροφών που θα δοκιμάσουμε. Καθώς στο περιβάλλον μας τα τρόφιμα γίνονται πιο σύνθετα, η ποιότητα και η υφή τους παρέχουν πολύτιμες ενδείξεις σχετικά με τις πιθανές συνέπειες της κατανάλωσης τους. Αυτά τα σημάδια-ερεθίσματα έχουν λειτουργικό ρόλο στην καθημερινή επιλογή πηγών ενέργειας και στη ρύθμιση της όρεξης μας. Για παράδειγμα, τα αρώματα των τροφίμων διεγείρουν την όρεξή μας και επηρεάζουν τις επιλογές μας, ενώ η υφή των τροφίμων μπορεί να μετριάσει την πρόσληψη ενέργειας μέσω της επίδρασής της στον ρυθμό κατανάλωσης. Για εξίσου αρεστά τρόφιμα, οι λεπτές διαφορές στην αισθητική ποιότητα και ένταση μπορούν να επηρεάσουν τις συμπεριφορές κατανάλωσης και την ενέργεια που απαιτείται να καταναλωθεί μέχρι να φτάσουμε στην πληρότητα. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των τροφίμων διαμορφώνουν τις συμπεριφορές διατροφής που συνδέονται με την υπερκατανάλωση, θα είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη προσεγγίσεων, για την πρόληψη παθήσεων όπως η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2.

Η προτίμηση στη γεύση είναι ένας από τους ισχυρότερους κινητήριους μοχλούς επιλογής και πρόσληψης τροφής καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι όμως, πιο εμφανής νωρίς στη ζωή, όταν τα βρέφη και τα παιδιά τρώνε τρόφιμα που τους αρέσει και απορρίπτουν αυτά που δεν τους αρέσουν. Οι προτιμήσεις γεύσης είναι έμφυτες. Μπορούν όμως να τροποποιηθούν με μια ευχάριστη αισθητηριακή εμπειρία. Η πλαστικότητα αυτή του συστήματος γεύσης, προσφέρει μια ευκαιρία για να προωθηθεί μια πιο υγιεινή διατροφική πρόσληψη.

Αν και υπάρχουν τουλάχιστον πέντε βασικές γεύσεις (γλυκιά, αλμυρή, ξινή, umamy και πικρή), εστιάζουμε κυρίως στην γλυκιά, αλμυρή και πικρή, διότι αυτές είναι αναμφισβήτητα οι πιο σημαντικές για τη διατροφή των παιδιών και σχετίζονται με συστατικά και τρόφιμα που καταναλώνονται είτε σε ποσότητες που υπερβαίνουν τις συνιστώμενες (π.χ. προστιθέμενα σάκχαρα και αλάτι), ή που δεν πληρούν τα συνιστώμενα επίπεδα πρόσληψης (π.χ. λαχανικά).

Φαντάζομαι είναι γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους οι εν λόγω γεύσεις είναι τόσο σημαντικές για τα παιδιά, οπότε και δε θα σταθώ στο παρόν άρθρο..

Επειδή οι προτιμήσεις γεύσης είναι εγγενείς, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μια κακή διατροφή. Οι προτιμήσεις αυτές όμως, μπορούν να τροποποιηθούν χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό μάθησης και συνεχόμενης έκθεσης στις γεύσεις, ώστε μέσω μιας επανειλημμένης αισθητηριακής εμπειρίας, που να βασίζεται στο απλό δόγμα ότι, ότι είναι γνωστό και οικείο είναι και αποδεκτό και κατάλληλο, να καταπολεμηθεί η νεοφοβία. Αυτή η διαδικασία ξεκινάει πριν από τη γέννηση και συνεχίζεται κατά τον απογαλακτισμό, καθώς οι γεύσεις μεταφέρονται μέσω της διατροφής της μητέρας τόσο στο αμνιακό υγρό (το οποίο το έμβρυο καταναλώνει και γεύεται ενεργά), όσο και στο μητρικό γάλα, γεγονός που αυξάνει την έκθεση του βρέφους και την αποδοχή των διαφόρων γεύσεων.

Κατά τη βρεφική ηλικία και την παιδική ηλικία, η ίδια αρχή μάθησης ισχύει τόσο για τη διδασκαλία του παιδιού να δεχτεί νέα τρόφιμα, όσο και για τη διδασκαλία του παιδιού σχετικά με την καταλληλότητα ή όχι ενός φαγητού, ή της έντασης της γεύσης που πρέπει να έχει ένα φαγητό. 5-10 εκθέσεις συνήθως επαρκούν για την αύξηση της ηδονικής απόκρισης που προκαλείται από την κατανάλωση ενός τροφίμου. Δεν είναι τυχαία η επιλογή των Γάλλων να σταματήσουν τη διάθεση προϊόντων με προστιθέμενο αλάτι στα σχολικά κυλικεία, ώστε τα παιδιά να μη «μαθαίνουν στο πολύ αλάτι».

Η ποικιλία φρούτων και λαχανικών που καταναλώνονται από παιδιά ηλικίας από 2 έως 8 ετών μπορεί να προβλεφθεί από τον θηλασμό, την πρόωρη έκθεση σε φρούτα και λαχανικά και τη γονική πρόσληψη φρούτων και λαχανικών. Μια σημαντική αλλαγή στη διατροφική συμπεριφορά των παιδιών ως προς την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών απαιτε,ί πρώτα από όλα, ότι τα τρόφιμα αυτά είναι ευρέως προσβάσιμα, βρίσκονται δηλαδή μέσα στο σπίτι. Η αποδοχή των παιδιών μπορεί να αυξηθεί σημαντικά με την ενθάρρυνση των γονέων να ενσωματώσουν διάφορα φρούτα και λαχανικά στις δικές τους δίαιτες και να εκθέσουν τα παιδιά τους, όσο το δυνατόν νωρίτερα, στα τρόφιμα αυτά.

Τέλος, με βάση το μοντέλο διαβίωσης που ακολουθείται από τους περισσότερους από εμάς πλέον, καλό θα ήταν να γίνει μια προσπάθεια δόμησης, πιο ισορροπημένων θρεπτικά, παιδικών μενού στα εστιατόρια, καθώς αρκετές οικογένειες επιλέγουν την κατανάλωση κάποιων γευμάτων εκτός σπιτιού. Η εικόνα ενός παιδικού μενού της «ευκολίας», με τα γνωστά μακαρόνια με κιμά, τα μπέργκερ, τις τηγανητές πατάτες και τα υπόλοιπα εξαιρετικά λιπαρά και επιβαρυμένα με υδατάνθρακες τρόφιμα και φαντασίας στερείται και οδηγεί σίγουρα στην παιδική παχυσαρκία. Ίσως ήρθε ο καιρός για τους γονείς, να πιέσουν για πιο διατροφικά σωστές επιλογές, αλλά και να υποστηρίξουν με την επιλογή τους, προσπάθειες που γίνονται προς την κατεύθυνση αυτή.

Από ότι φαίνεται τα νέα για τους «υπεργονείς» της κρίσημης ηλικίας των νηπίων, είναι λίγο πολύ γνωστά…Ας μην απελπιζόμαστε όμως…Όπως λέει και η αγαπημένη μου φίλη και συν-συγγραφέας Πηνελόπη, αρκεί να θυμηθούμε πως «πλάθαμε κουλουράκια» κι εμείς ως παιδιά, να εντάξουμε τα σωστά τρόφιμα στις καθημερινές δραστηριότητες των παιδιών μας και να ακολουθήσουμε ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο διατροφής και οι ίδιοι…μαγικές δηλαδή συνταγές από παλιά..

Και για να μη σας αφήσω παραπονεμένους…Μια συνταγή… με τεράστια απήχηση και επιτυχία σε μικρούς και μεγάλους… Γιατί να δίνουμε επεξεργασμένα δημητριακά για πρωινό, όταν έχουμε τέτοιους θησαυρούς στην Ελληνική παράδοση;

Κουλουράκια (ναι καλέ…αυτά τα Πασχαλινά …γιατί είναι τόσο νόστιμα που τρώγονται όλο το χρόνο..)

Υλικά:

160 g βούτυρο

100 g ζάχαρη

50 g αβγά

2,5 g μαχλέπι

2,5 g αμμωνία

5 g γάλα σε σκόνη

50 ml γάλα

3 g μαστίχα

1 δόση βανίλια

Ξύσμα πορτοκαλιού κ.π.

350 g αλεύρι μαλακό κοσκινισμένο

5 g μπεικιν παουντερ

Εκτέλεση:

Χτυπάμε στο μίξερ μετο σύρμα, το βούτυρο, το ξύσμα, τη μαστίχα, τη ζάχαρη και τη βανίλια, μέχρι να ομογενοποιηθούν. Προσθέτουμε σταδιακά τα αβγά και ανακατεύουμε μέχρι να αφρατέψει το μίγμα. Προσθέτουμε το αλεύρι, το μπεικιν παουντερ, την αμμωνία, το μαχλέπι και το γάλα σε σκόνη και ανακατεύουμε με το φτερό. Ενσωματώνουμε σταδιακά το φρέσκο γάλα. Πλάθουμε τα κουλουράκια και αλείφουμε την επιφάνεια τους με αβγό. Ψήνουμε στους 175⁰C για 25 λεπτά περίπου.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Boesveldt S., Bobowski N., McCrickerd K., Maître I., Sulmont-Rossé C., Forde C.G., (2018),  The changing role of the senses in food choice and food intake across the lifespan, Food Quality and Preference, Vol. 68, p.p.  80–89

Lopez N.V., Folta S.C., Glenn M.E., Lynskey V.M., Patel A.A., Anzman-Frasca S. (2017), Promoting healthier children’s meals at quick-service and full-service restaurants: Results from a pilot and feasibility study, Appetite, Vol. 117, p.p. 91-97

Βουρίκης Ν., Χολέβας Κ., Ψιλόπουλος Χ., Ζαχαρομαγειρέματα, (2012), Les Livres du tourisme

Και το όνομα αυτής…Μιράντα!

pexels-photo-745988.jpeg

Τελικά έφτιαξα εκείνο το υπέροχο και συνάμα πανεύκολο ψωμάκι με μπέικον της αγαπημένης φίλης μου Μαρίας ( θα βρείτε τη συνταγή στο itchyspoon.wordpress.com) ! Με την πρώτη δαγκωματιά θυμήθηκα το ψωμάκι που ζύμωνε η μητέρα μου… Η παιδική μου ηλικία  ήταν εκείνη την περίοδο όπου είχαν ανακαλύψει πόσο κακό μας κάνει ο αμίαντος … Ναι είμαι αρκετά μεγάλη!

Τότε ταυτόχρονα ταυτοποιήθηκε ότι ο αμίαντος χρησιμοποιούνταν στο σκυρόδεμα των κτιρίων , κυρίως στις στέγες και σε ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις . Με το φόβο του αμιάντου, οι γονείς μου αποφασίζουν να παρασκευάζουμε το ψωμί της ημέρας μόνοι μας . Αργότερα με την έκρηξη του Τσερνόμπιλ ισχυροποιήθηκε η άποψη πως « ό,τι μπορούμε να φτιάξουμε μόνοι μας , είναι υγειινό και πολύ πιο νόστιμο». Αγοράζαμε με τα τσουβάλια το αλεύρι σε χονδρική τιμή και το ζύμωμα καθώς και η μυρωδιά από το προζύμι είχε γίνει η χαρακτηριστική μυρωδιά του σπιτιού μας. Αν και ανακατευόμουν πάντα μέσα στην κουζίνα, ουδέποτε είδα τη μητέρα μου να «πιάνει» προζύμι ,όπως λέγεται, προφανώς το κρατούσε καλά κρυμμένο από τον φόβο της πως εξαιτίας της περιέργειάς μου δε θα το άφηνα σε ησυχία. Και όπως είναι γνωστό το προζύμι πρέπει να το αφήνεις ήσυχο!!! Ίσως βέβαια να είχε κι έναν άλλο φόβο ότι μπορεί και να το έτρωγα καθώς όλα τα πιτσιρίκια τρελαίνονται να τρώνε ωμές ζύμες. Όλοι έχουμε φάει ωμή ζύμη κέικ  , μακαρόνια …. Τα παιδάκια μου τρώνε πέρα από αυτά που προανέφερα κάθε ζύμη ωμή με αγαπημένη αυτή της πίτσας και του ωμού τραχανά.

Έτσι λοιπόν για να μην το πειράξω και πειραματιστώ και με το προζύμι ,ήταν πάντοτε εξαφανισμένο ή καλά κρυμμένο , στην ησυχία του . Ξέρεται εκείνο το πείραγμα , που όσοι έχετε παιδιά καταλαβαίνετε: «Μαμά τι είναι αυτό;» « Γιατί το έχεις εδώ; Τι κάνει;». Και το κρατάει στα χέρια του και το ταρακουνά τόσο δυνατά θαρρώντας  πως θα το ξυπνήσει να παίξουνε… Εσένα σε πιάνει μια μικρή υστερία , καθότι σκεπτόμενος άνθρωπος και το αφαιρείς ήρεμα από τα μικρά σκανταλιάρικα χεράκια του και συνεχίζεις με ψυχραιμία  την εξήγηση, όσο μπορείς: «Αυτό είναι της μαμάς, δεν είναι για παιδάκια. Σε ευχαριστώ που μου το έδωσες γιατί για να γίνει αυτό που θέλω θα πρέπει να τρώει καλά και να κοιμάται στα ζεστά για αρκετές ημέρες.»

Έτσι ανακαλύψαμε με τα παιδιά πως έχουμε ένα pet στην κουζίνα μας! Το φροντίζουμε καθημερινά , το ταϊζουμε και το βλέπουμε να μεγαλώνει. Κι αν ξεχάσω την καθημερινή  φροντίδα της Μιράντας όπως την ονομάσαμε, με μαλώνουν οι μικροί βοηθοί μου. Για να μην μακρηγορήσω άλλο, το βρήκα πολύ ενδιαφέρον να φτιάξω το δικό μου προζύμι και να το χρησιμοποιώ σε όλες μου τις ζύμες. Γίνεται πολύ εύκολα , χωρίς κόπο, με οποιοδήποτε αλεύρι και νερό. Και τα δύο πάντα υπάρχουν σε μία κουζίνα.

Συνταγές για προζύμι

  • Αλεύρι της αρεσκείας μας, καλύτερα κάποιο σκληρό ή ολικής ή σταρένιο (παρασκευάζει πιο αφράτη ζύμη και πιο τραγανή)
  • Νερό , όχι από τη βρύση γιατί έχει χλώριο και δεν βοηθά στην ανάπτυξη της καλλιέργειας των μυκήτων μας .Καλύτερα εμφιαλωμένο. Αν είναι και αγιασμός λένε πως γίνεται καλύτερο, θα γίνει πιο αρωματικό το παρασκεύασμά μας και πιο γρήγορα. Αν δεν έχουμε αγιασμό, δεν πειράζει . Αν θέλουμε να το αρωματίσουμε μπορούμε στο νερό που θα χρησιμοποιήσουμε να εμβαπτίσουμε λίγο βασιλικό. Δύσκολη η εύρεσή του τέτοια εποχή βέβαια ,αλλά μπορείτε να αρωματίσεται το νερό ακόμη και με τις φλούδες και τα κουκούτσια κάποιου πράσινου μήλου ή ακόμη και με πορτοκάλι ή λεμόνι. Υπάρχει συνταγή στην Ελλάδα ακόμη και με ρεβίθια . Δηλ βάζουμε μερικά χοντρό-κοπανισμένα ρεβίθια μέσα σε χλιαρό νερό και τα αφήνουμε για δύο μέρες . Φουσκώνουν και αρχίζει να αφρίζει οπότε σουρώνουμε . Το υγρό που πήραμε το ανακατεύουμε με αλεύρι.

Η διαδικασία είναι πολύ απλή. Ανακατεύουμε το ζεστό νερό ή υγρό (~40οC ) με το αλεύρι και σχηματίζουμε ένα αραιό ζυμάρι ή έναν σφιχτό χυλό. Η ποσότητα του νερού πρέπει να είναι λίγο λιγότερη από το αλεύρι. Δηλ. αν βάλουμε μια κούπα αλεύρι θα πρέπει να βάλουμε γύρω στα ¾ της κούπας νερό. Πρέπει να είναι αρκετά ζεστό το νερό για να γίνει πιο γρήγορα η  αντίδραση προς τη ζύμωση. Το τοποθετούμε σκεπασμένο σε ένα ζεστό σημείο στην κουζίνα μας , όπου η θερμοκρασία διατηρείται γύρω στους 20ο C και άνω. Δεν το πειράζουμε για τις επόμενες μέρες και θα δούμε ότι κάποια στιγμή θα φουσκώσει και θα βγάλει φουσκάλες. Αυτό οφείλεται στον ζαχαρομύκητα που ενεργοποιήθηκε και εκλύει CO2 και αλκοόλη. Τότε ακριβώς πρέπει να ταϊσουμε το καινούριο «μωράκι» μας. Ρίχνουμε την μισή ποσότητα αλευριού από αυτή που χρησιμοποιήσαμε για την αρχική παρασκευή και λίγο λιγότερο από τη μισή ποσότητα νερού από την αρχική. Δηλ. για μια κούπα αλεύρι και ¾ της κούπας νερό, ρίχνουμε μισή κούπα αλεύρι και λίγο λιγότερο από μισή κούπα χλιαρό νερό. Το νερό μας κατά το τάισμα δεν χρειάζεται να είναι αρωματισμένο. Επίσης το δοχείο όπου φυλάμε το προζυμάκι μας πρέπει να έχει το διπλάσιο όγκο από αυτό και να μην είναι ερμητικά κλειστό. Έτσι ο λακτοβάκυλος που αναπτύσσεται μέσα μετά από την επανάληψη του ταϊσματός του για τις επόμενες 3 ή 4ημέρες θα έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξή του, όταν το προζύμι μας αρχίζει να έχει εκείνη τη χαρακτηριστική ξινή μυρωδιά. Αυτό οφείλεται στα οξέα που παράγονται ταυτόχρονα όπως είναι το γαλακτικό και το οξικό κ.α..

Η αλκοόλη , το CO2 και τα οξέα παίζουν σημαντικό ρόλο για την διατήρηση και συντήρηση του προζυμιού αλλά και του ζυμαριού που θα φτιάξουμε με αυτό, γιατί εμποδίζουν την ανάπτυξη ανεπιθύμητων μικροοργανισμών κατά τη διάρκεια της ζύμωσης . Επίσης φροντίζουν το ψωμί να διατηρηθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το ψήσιμο αφράτο και τραγανό. Αυτό ακριβώς είναι και το πλεονέκτημα του προζυμιού έναντι στην βιομηχανοποιημένη μαγιά. Μπορεί η μαγιά να είναι μια πολύ εύκολη και γρήγορη λύση αλλά το αποτέλεσμα του ζυμαριού που δίνει είναι μέτριο, χωρίς αρώματα και χωρίς τον ίδιο όγκο. Το προζύμι που δεν χρησιμοποιήσαμε το συντηρούμε στο ψυγείο. Εγώ προτείνω την κατάψυξη καλύτερα αφού θα το χρειαστούμε πολλές μέρες αργότερα.

Για να το ξαναχρησιμοποιήσουμε πρέπει να αποψύξουμε από το προηγούμενο βράδυ και να το αφήσουμε πάλι στα ζεστά, αφού το ταϊσουμε με το αλεύρι. Ξεπαγώνουμε πάντα το 1/3 προζυμιού από την ποσότητα του αλευριού που θα χρησιμοποιήσουμε. Δηλ. για 1kg αλεύρι βάζουμε 330gr προζύμι. Αρχίστε να πειραματίζεστε γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ζωντανό οργανισμό και φυσικά με τη δική του προσωπικότητα… Η παρασκευή του προζυμιού είναι τελείως εμπειρική . Οι συνταγές που παρέθεσα καθώς και αυτές που θα βρείτε δεν μπορούν να αποτελέσουν κανόνα και για αυτό το λόγω σπανίως χρησιμοποιείτε σε μεγάλες παραγωγές π.χ σε φούρνους ή σε βιομηχανοποιημένες ζύμες. Τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα τα ίδια , αλλά αυτό είναι και το ενδιαφέρον σ’ αυτή την παρασκευή ειδικά για έναν άνθρωπο σαν εμένα που βαριέται πολύ εύκολα και δεν του αρέσει να ακολουθεί κανόνες κατά γράμμα.

Υπάρχει και η αρχή της παράδοσης βέβαια ,που εγώ παρέκαμψα , ότι γίνεται με τον αγιασμό την 14η του Σεπτέμβρη και αν δεν κάνω λάθος και με τον Αγιασμό της μεγάλης Πέμπτης . Η παράδοση εγγυάται σίγουρα αποτελέσματα αυτές τις μέρες … Αρκεί να είναι σε ένα πολύ ζεστό σημείο του σπιτιού σκεπασμένο πολύ καλά , έστω και με κουβέρτα μάλλινη.  Μην σας κάνει εντύπωση ο σακχαρομύκητας αναπτύσσεται πιο γρήγορα κοντά στους 40ο C . Για το λόγω αυτό κάποιοι το «πιάνουν» καλοκαίρι. Βέβαια ίσως αργήσει λίγο περισσότερο το χειμώνα , αλλά θα γίνει. Η παρασκευή του προζυμιού, ίσως σας φανεί πολύ ενδιαφέρουσα για τις ζύμες σας. Εγώ προτίμησα την εξής συνταγή για προζύμι:

Έβρασα νερό βρύσης για 5sec ώστε ν’ αποστειρωθεί και μέσα σ’ αυτό έλιωσα μια κουταλιά του γλυκού μέλι καστανιάς ( μ’ αρέσει το λίγο πικρό μέλι με το σκούρο χρώμα που μυρίζει δάσος ) . Μέσα σε ένα μεγάλο μπόλ έβαλα μια κούπα σκληρό αλεύρι και έριξα τα τρία τέταρτα της κούπας με το υγρό που προανέφερα. Το σκέπασα με μια μεγάλη πετσέτα κουζίνας και κάθε μέρα το τάϊζα με λίγο νεράκι αποστειρωμένο και τη μισή κούπα αλεύρι και σε 4-5 ημέρες είχα εκείνο το μυρωδάτο αποτέλεσμα του ξινίσματος. Αν τυχόν και σας αλλάξει χρώμα και μυρίζει άσχημα το ξίνισμα ,σας έχει χαλάσει και πρέπει να το πετάξετε

.20171205_09295820171208_09531320171209_232959

Και ξεκινάμε από την αρχή το πείραμα παραγωγής ζυμομυκήτων στην κουζίνα… Μπορεί να σας φαντάζει μπελαλίδικο αλλά είναι απλό και χρειάζεται σίγουρα λίγο από τον καθημερινό σας  χρόνο και λίγη φροντίδα και στοργή ,όπως κάθε τι ζωντανό γύρω σας! Καλά παιχνιδίσματα στην κουζίνα σας εύχομαι !