“Να χορτοφάγειν ή να μη χορτοφάγειν;”, η χορτοφαγία σε άλλες διαστάσεις

οικολογικό αποτύπωμα

Οικολογικό Αποτύπωμα Μεσογειακών χωρών

 

Με αφορμή τη διαφήμιση που προβάλλεται εδώ και κάποιες μέρες στο μετρό της Αθήνας, και αφορά στην χορτοφαγία, θα ήθελα να αναφερθώ, για μια ακόμη φορά, στο θέμα των επιπτώσεων από την κατανάλωση ζωϊκών προϊόντων στο οικοσύστημα.

Η χορτοφαγία αυτή καθεαυτή άλλωστε, είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Εκφράζει, για τις Δυτικές κοινωνίες, μια επανάσταση ενάντια στο κατεστημένο του ισχυρού, το οποίο με τη σειρά του, από την παλαιολιθική εποχή, εκφραζόταν με την κατανάλωση κρέατος. Δεν είναι τυχαίες οι αντιδράσεις στις εν λόγω διαφημίσεις άλλωστε, από τους διάφορους φορείς του τόπου.

Η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει βαθιά αλληλένδετες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές κρίσεις που οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στα σημερινά μη βιώσιμα πρότυπα κατανάλωσης και παραγωγής. Η ανθρωπότητα καταναλώνει πλέον, περισσότερους πόρους από ποτέ, τόσο ανά άτομο όσο και σε απόλυτους αριθμούς. Ως εκ τούτου, για την επίτευξη παγκόσμιας αειφόρου ανάπτυξης, είναι απαραίτητες οι θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουν και παράγουν οι κοινωνίες.

Μέχρι το 2050 ο παγκόσμιος πληθυσμός θα φθάσει τα 9,7 δισ., Δηλαδή 32% υψηλότερα από σήμερα. Η αστικοποίηση θα συνεχιστεί με ταχείς ρυθμούς και περίπου το 66% του παγκόσμιου πληθυσμού θα είναι αστικό (έναντι 54% σήμερα). Για την τροφοδότηση αυτού του μεγαλύτερου, αστικοποιημένου και πλουσιότερου πληθυσμού, θα πρέπει να αυξηθεί η γεωργική παραγωγή κατά 60%, απλά και μόνο για την εξασφάλιση επάρκειας τροφίμων. Η περιβαλλοντική επιβάρυνση από τον τομέα των τροφίμων πιθανότατα θα αυξηθεί κατά την ίδια περίοδο, παρά τις όποιες βελτιώσεις στην αποδοτικότητα της γεωργικής παραγωγής.

Η παροχή τροφίμων είναι μια από τις ζωτικές υπηρεσίες, που μας παρέχει η φύση. Παρόλα αυτά, η εκμετάλλευση της φύσης, για την ικανοποίηση της ανθρώπινης ζήτησης για φαγητό, είναι μια από τις κύριες αιτίες της υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Το φαγητό που επιλέγουμε, οι αλυσίδες παραγωγής και διανομής του και ο τρόπος με τον οποίο τρώμε, έχουν πολύπλευρες επιπτώσεις στο περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία μας. Αυτό τοποθετεί τα τρόφιμα στην καρδιά της δημόσιας συζήτησης για τη βιωσιμότητα. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αποκτούν τρόφιμα μέσω των συστημάτων γεωργίας και κτηνοτροφικής παραγωγής, είναι ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες που συμβάλλουν στην απώλεια της βιοποικιλότητας, στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και στην αγροχημική ρύπανση των οικοσυστημάτων.

Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος στη Μεσόγειο έχει φτάσει σε επίπεδο που απαιτείται άμεση δράση. Με την αστικοποίηση και τα αυξανόμενα εισοδήματα, τα τυπικά πρότυπα διατροφής μετατοπίζονται προς  πρότυπα κατανάλωσης που βασίζονται σε ζωϊκά προϊόντα, η παραγωγή των οποίων απαιτεί περισσότερο νερό, γη και ενέργεια και οδηγεί σε αύξηση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου.

Μια προσέγγιση που βασίζεται στον καταναλωτή, είναι αυτή που καθορίζει το λεγόμενο οικολογικό αποτύπωμα κάθε χώρας, το οποίο υπολογίζεται με την παρακολούθηση των οικολογικών στοιχείων (π.χ. καλλιέργειες, βοσκή, δασικές εκτάσεις, ιχθυοπαραγωγή, ανθρακωρυχεία κ.α.) που παρέχουν οι εθνικές παραγωγικές δραστηριότητες. Το οικολογικό αποτύπωμα είναι ένα λογιστικό εργαλείο πόρων, το οποίο βασίζεται στη βιομάζα, παρακολουθεί δηλαδή την παροχή βασικών πόρων που καταναλώνουν οι άνθρωποι (συγκεντρωμένων σε μια μέτρηση που ονομάζεται “Οικολογικό αποτύπωμα”), σε συνάρτηση με την κρίσιμη ρυθμιστική ικανότητα του οικοσυστήματος (δηλαδή τη σταθεροποίηση του κλίματος μέσω της δέσμευσης άνθρακα) και σε σύγκριση με την αντίστοιχη ρυθμιστική ικανότητα της βιόσφαιρας (βιοαποδοτικότητα).

Η περιοχή της Μεσογείου βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρού οικολογικού ελλείμματος, καταναλώνοντας περίπου 40% περισσότερους ανανεώσιμους φυσικούς πόρους και υπηρεσίες οικοσυστημάτων από ό, τι παρέχει. Η κατανάλωση τροφίμων στα νοικοκυριά αντιπροσωπεύει το 28% του οικολογικού αποτυπώματος της Μεσογείου.

Η αύξηση της γεωργικής παραγωγικότητας από μόνη της, μπορεί να μην είναι αρκετή για να μειώσει την αυξανόμενη περιβαλλοντική πίεση, λόγω της αυξανόμενης ζήτησης σε τρόφιμα. Η αντιμετώπιση λοιπόν, αυτών των επιπτώσεων, συνεπάγεται την  αύξηση της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας όσων αφορά τη χρήση των πόρων (μέσω της βιώσιμης εντατικοποίησης της παραγωγής τροφίμων), τη μείωση των απωλειών τροφίμων και των αποβλήτων (FLW), αλλά και τον ανασχεδιασμό της διατροφής, ιδιαίτερα όσων αφορά τη ζήτηση κρέατος και ζωικών προϊόντων.

Πηγή:

Galli A.., Iha K., Halle M., El Bilali H., Grunewald N., Eaton D., Capone R., Debs P., Bottalico F., (2017), Mediterranean countries’ food consumption and sourcing patterns: An Ecological Footprint viewpoint, Science of the Total Environment, Vol. 578, p.p. 383–391

 

Advertisements

Βιώσιμη Διατροφή

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Μεσογειακή διατροφή και για τη Μεσογειακή κουζίνα. Άλλα τόσα έχουν ειπωθεί για τους «πυλώνες» της, το ελαιόλαδο, τα ψάρια, τα μεσογειακά λαχανικά. Δεν είναι τυχαίο ότι πέρα από τον Ατλαντικό, αλλά και σε αρκετές Ευρωπαϊκές αγορές αυτή τη στιγμή, οι επενδύσεις αλλά και τα κέρδη των επιχειρήσεων που σχετίζονται με το παραπάνω μοντέλο διατροφής, είναι τεράστια. Πόσοι όμως γνωρίζουν την έννοια της βιώσιμης διατροφής; Πόσοι γνωρίζουν την άλλη αξία της Μεσογειακής διατροφής; Όχι αυτή που σχετίζεται με τα οφέλη προς την ανθρώπινη υγεία δηλαδή, αλλά με τα οφέλη προς το περιβάλλον..

Το σημερινό σύστημα παραγωγής τροφίμων, παράγει προϊόντα που περιέχουν υπερβολικές ποσότητες λίπους και ζάχαρης που προάγουν το υπερβολικό βάρος και την παχυσαρκία. Η παγκόσμια κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, που συνήθως έχουν χαμηλή θρεπτική πυκνότητα, προκαλεί τόσο έλλειψη μη θερμιδογόνων θρεπτικών συστατικών, όσο και έλλειψη εδώδιμων ινών.

Η συνδυασμένη επίδραση της μαζικής παραγωγής τέτοιων τροφίμων και της σύγχησης των καταναλωτών λόγω της ποικιλίας των σημάτων και των προϊόντων, είναι η επιβάρυνση των χρόνιων ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή, όπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο καρκίνος, ο διαβήτης και η οστεοπόρωση.

Εκτός από το γεγονός ότι η γη αδυνατεί να παράσχει τρόφιμα για όλο τον παγκόσμιο πληθυσμό, το παρόν σύστημα επιδεινώνει επίσης τους φυσικούς πόρους της γης, όπως το νερό, τα ορυκτά καύσιμα και άλλα σημαντικά προϊόντα. Τα προβλήματα που συνδέονται με το σημερινό σύστημα, όπως η αλλαγή του κλίματος, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η απώλεια βιοποικιλότητας και η ρύπανση, αναγκάζουν πολλές χώρες να δημιουργήσουν ένα πιο βιώσιμο σύστημα παραγωγής τροφίμων. Οι μεταποιητές τροφίμων και οι παραγωγοί μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο, σχεδιάζοντας προϊόντα που μπορούν να ενσωματωθούν σε βιώσιμες δίαιτες.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, είχε προταθεί η έννοια της «βιώσιμης διατροφής». Μιας διατροφής που θα περιλάμβανε διατροφικές συστάσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν σε υγιέστερους καταναλωτές και ασφαλέστερο περιβάλλον. Οι «βιώσιμες διατροφές» ορίζονται ως « δίαιτες με χαμηλές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, που συμβάλλουν στην ασφάλεια των τροφίμων και της διατροφής και στην υγιεινή ζωή των σημερινών και των μελλοντικών γενεών». Οι βιώσιμες διατροφές προστατεύουν και σέβονται τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα, είναι αποδεκτές από τον εκάστοτε πολιτισμό, είναι εύκολα  προσβάσιμες, οικονομικά δίκαιες και οικονομικά προσιτές, επαρκείς από άποψη διατροφής, ασφαλείς, ενώ παράλληλα βελτιστοποιούν τους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους.

Τρεις κατευθυντήριες γραμμές έχουν προταθεί για την ανάπτυξη μιας υγιούς και βιώσιμης διατροφής:

α. Η μείωση της κατανάλωσης τροφίμων ξένων ως προς την κουλτούρα και τις διατροφικές μας συνήθειες. Τρόφιμα πολύ επεξεργασμένα και με υψηλό ενεργειακό περιεχόμενο, αυξάνουν τόσο τον κίνδυνο διατροφικών ανισορροπιών, όσο και τη χρήση περιβαλλοντικών πόρων.

β. Η δίαιτα  πρέπει να περιλαμβάνει λιγότερα ζωικά και περισσότερο φυτικά τρόφιμα, ώστε να προσφέρει οφέλη τόσο σε θέματα υγείας, όσο και οικολογικά.

γ. Ποσότητες τροφίμων που καταναλώνονται πάνω από τις ενεργειακές απαιτήσεις ενός ατόμου, αποτελούν αναπόφευκτη επιβάρυνση, υπό τη μορφή εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, χρήσης φυσικών πόρων και επιβάρυνσης της βιοποικιλότητας.

Το 2010, η Μεσογειακή Διατροφή, μια συλλογή διατροφικών συνηθειών που παραδοσιακά ακολουθούνταν από τους κατοίκους των χωρών στις χώρες που συνορεύουν με τη Μεσόγειο, χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας, όχι μόνο για τα διατροφικά χαρακτηριστικά της, αλλά και για τις οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικοπολιτισμικές επιπτώσεων σε διάφορους τομείς γεωργικού και οικολογικού ενδιαφέροντος.

Εμπειρογνώμονες στον τομέα της διατροφής, επιδημιολόγοι και ερευνητές είναι πεπεισμένοι ότι η μεσογειακή διατροφή είναι εξαιρετικά καλή για την υγεία του ανθρώπου, όπως αναφέρεται στην επιστημονική βιβλιογραφία, η οποία συνδέει τη μεσογειακή διατροφή με διάφορα οφέλη για την υγεία, συμπεριλαμβανομένου του μειωμένου κινδύνου θνησιμότητας και της μικρότερης συχνότητας εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων.

Επιπλέον, η μεσογειακή διατροφή συνδέει το περιβάλλον με την ανθρώπινη υγεία. Πράγματι, το παραδοσιακό μοντέλο μεσογειακής διατροφής, μπορεί να θεωρηθεί ως βιώσιμη διατροφή λόγω της μεγάλης ποικιλίας τροφών, που εξασφαλίζουν τόσο τη διατροφική ποιότητα, όσο και τη βιοποικιλότητα, το σεβασμό της ανθρώπινης φύσης και της εποχικότητας και τις χαμηλές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, λόγω της χαμηλής κατανάλωσης ζωικών προϊόντων.

Τα διαιτολογικά πρότυπα μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι τα προϊόντα με βάση το κρέας έχουν το μεγαλύτερο αντίκτυπο στην υπερθέρμανση του πλανήτη, ενώ τα προϊόντα δημητριακών καθώς και τα φρούτα και τα λαχανικά επηρεάζουν λιγότερο.

Παρά όμως την πληθώρα οφελών που υπάρχουν, από την υιοθέτηση ενός μοντέλου μεσογειακής διατροφής, τόσο για το άτομο, όσο και για το περιβάλλον, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να υπάρχει μια απομάκρυνση των κατοίκων των μεσογειακών χωρών από το βιώσιμο αυτό μοντέλο διατροφής.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι παρασύρονται από το ένα διαιτητικό μοντέλο στο άλλο. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές φαίνεται ότι έχουν συμβάλει σημαντικά στη ριζική αναστροφή των διατροφικών συνηθειών, στις κοινωνίες της Νότιας Ευρώπης.

Το φύλο και η ηλικία είναι σημαντικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με την τήρηση του μοντέλου της μεσογειακής διατροφής. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες, τείνουν να ακολουθούν το μοντέλο, περισσότερο από τους άντρες. Παράλληλα η αύξηση της ηλικίας οδηγεί σε μεγαλύτερη προσκόλληση στο μοντέλο. Άλλη σημαντική μεταβλητή είναι ο τρόπος ζωής και τα πρότυπα διατροφής που προβάλλονται (τάσεις). Για παράδειγμα άνθρωποι που δεν καπνίζουν ή σταματούν να καπνίζουν φαίνεται να ακολουθούν περισσότερο το μοντέλο, το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους που αθλούνται.

Μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών, το επίπεδο της εκπαίδευσης έχει αποδειχθεί ισχυρός παράγοντας, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των ετών εκπαίδευσης, τόσο υψηλότερο είναι το επίπεδο τήρησης του μοντέλου της μεσογειακής διατροφής. Τέλος σημαντική απομάκρυνση από το μοντέλο αυτό βιώσιμης διατροφής, φαίνεται να έχει προκληθεί από την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει ο Ευρωπαϊκός Νότος εδώ και μια δεκαετία περίπου.

Ας ελπίσουμε ότι με σωστό σχεδιασμό και σωστή εκπαίδευση θα καταφέρουμε, να κρατήσουμε αναλοίωτο αυτό το δώρο που μας έχει δωθεί από τους προγόνους μας, τόσο για δικό μας όφελος, όσο και προς όφελος της πανέμορφης «γειτονιάς» μας, της Μεσογείου.

Για να κρατάμε τις παραδόσεις όμως, καλό είναι να κρατάμε και τις παραδοσιακές συνταγές..δε θα δώσω όμως φάβα και γαύρο μαρινάτο, αλλά μια πανεύκολη συνταγή που βρήκα σε ένα βιβλίο θησαυρό..

Γκολιόπιτα: γυμνή (χωρίς φύλλα), καλοκαιρινή και εύκολη..

Υλικά:

1,5 Kg κολοκυθάκια

4 αβγά

240 g γάλα

210 g ζάχαρη

65 g αλεύρι

190 g ελαιόλαδο

Αλάτι

Εκτέλεση:

Καθαρίζουμε και τρίβουμε τα κολοκυθάκια, στο χοντρό του τρίφτη. Τα πασπαλίζουμε με αλάτι και τα αφήνουμε να στραγγίσουν. Χτυπάμε με το σύρμα 3 αβγά, το γάλα, τη ζάχαρη και το περισσότερο από το ελαιόλαδο. Με το υπόλοιπο λάδι, περνάμε το ταψί και στη συνέχεια το πασπαλίζουμε με λίγο αλεύρι. Προσθέτουμε σταδιακά το αλεύρι στο μίγμα των αβγών και χτυπάμε μέχρι να ομογενοποιηθεί. Στίβουμε καλά τα κολοκυθάκια και τα προσθέτουμε στο μίγμα. Αδειάζουμε το μίγμα προσεκτικά στο ταψί και το αλείφουμε με χτυπημένο αβγό. Ψήνουμε στο φούρνο, αρχικά στους 200⁰C για 30΄και στη συνέχεια στους 180⁰C για άλλα 30 λεπτά, μέχρι να ροδίσει.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Alsaffar A. A., (2016), Sustainable diets: The interaction between food industry, nutrition, health and the environment, Food Science and Technology International, Vol. 22, Issue 2, p.p. 102–111, DOI: 10.1177/1082013215572029

Benedetti I., Biggeri L., Laureti T., Secondi L., (2016), Exploring the Italians’ food habits and tendency towards a sustainable diet: the Mediterranean eating pattern, Agriculture and Agricultural Science Procedia, Vol.8, p.p. 433 – 440

Βουτσινά Εύη, Ο πολιτισμός του τραπεζιού στο βόρειο Έβρο, εκδόσεις συλλόγου γυναικών νομού Έβρου

“Η εποχή του όχι” και πως να ανταπεξέλθετε

κουλουράκια 2

Μετά την επιτυχή συμβίωση δύο καλοκαιριών με τον απόγονο του συντρόφου μου, ένα δεκάχρονο παιδάκι που θεωρεί οτιδήποτε πράσινο αηδιαστικό, αλλά και μετά τις εκκλήσεις δεκάδων φίλων μου, που βίωσαν ή βιώνουν τη μοναδική «εποχή του όχι» των παιδιών τους, (ξέρετε εκεί ανάμεσα 2-4), αποφάσισα να διερευνήσω τις νεώτερες εξελίξεις στον τομέα της αποδοχής των τροφών, από τον άνθρωπο.

Από το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και μετά, οι χημικές αισθήσεις εντοπίζουν ερεθίσματα στο εγγύς περιβάλλον μας και ξεκινούν την κατανόηση και την πλοήγησή μας στον κόσμο γύρω μας. Στην πρώιμη ζωή βιώνουμε την πρώτη μας έκθεση στις βασικές γεύσεις και μυρωδιές των τροφίμων και μέσα από αυτές αναπτύσσουμε τη γνώση για το τι είναι ασφαλές, ευχάριστο και απολαυστικό σαν τροφή. Η επιλογή και η λήψη τροφής είναι σημαντικές μαθησιακές συμπεριφορές, βασισμένες στη σχέση μεταξύ της αισθητηριακής πληροφορίας και της μετά την κατάποση εμπειρίας πληρότητας και ικανοποίησης. Το φαγητό δεν έχει θρεπτική αξία μέχρι να επιλεγεί και να καταναλωθεί. Η επαναλαμβανόμενη κατανάλωση θα εξαρτηθεί από την αποδοχή ή όχι αυτής της πρώτης εμπειρίας.

Από τη νηπιακή ηλικία, η γεύση, η οσμή και η υφή, παράλληλα με την όραση και την ακοή, παίζουν κεντρικό ρόλο στην επιλογή των πρώτων τροφών που θα δοκιμάσουμε. Καθώς στο περιβάλλον μας τα τρόφιμα γίνονται πιο σύνθετα, η ποιότητα και η υφή τους παρέχουν πολύτιμες ενδείξεις σχετικά με τις πιθανές συνέπειες της κατανάλωσης τους. Αυτά τα σημάδια-ερεθίσματα έχουν λειτουργικό ρόλο στην καθημερινή επιλογή πηγών ενέργειας και στη ρύθμιση της όρεξης μας. Για παράδειγμα, τα αρώματα των τροφίμων διεγείρουν την όρεξή μας και επηρεάζουν τις επιλογές μας, ενώ η υφή των τροφίμων μπορεί να μετριάσει την πρόσληψη ενέργειας μέσω της επίδρασής της στον ρυθμό κατανάλωσης. Για εξίσου αρεστά τρόφιμα, οι λεπτές διαφορές στην αισθητική ποιότητα και ένταση μπορούν να επηρεάσουν τις συμπεριφορές κατανάλωσης και την ενέργεια που απαιτείται να καταναλωθεί μέχρι να φτάσουμε στην πληρότητα. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των τροφίμων διαμορφώνουν τις συμπεριφορές διατροφής που συνδέονται με την υπερκατανάλωση, θα είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη προσεγγίσεων, για την πρόληψη παθήσεων όπως η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2.

Η προτίμηση στη γεύση είναι ένας από τους ισχυρότερους κινητήριους μοχλούς επιλογής και πρόσληψης τροφής καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι όμως, πιο εμφανής νωρίς στη ζωή, όταν τα βρέφη και τα παιδιά τρώνε τρόφιμα που τους αρέσει και απορρίπτουν αυτά που δεν τους αρέσουν. Οι προτιμήσεις γεύσης είναι έμφυτες. Μπορούν όμως να τροποποιηθούν με μια ευχάριστη αισθητηριακή εμπειρία. Η πλαστικότητα αυτή του συστήματος γεύσης, προσφέρει μια ευκαιρία για να προωθηθεί μια πιο υγιεινή διατροφική πρόσληψη.

Αν και υπάρχουν τουλάχιστον πέντε βασικές γεύσεις (γλυκιά, αλμυρή, ξινή, umamy και πικρή), εστιάζουμε κυρίως στην γλυκιά, αλμυρή και πικρή, διότι αυτές είναι αναμφισβήτητα οι πιο σημαντικές για τη διατροφή των παιδιών και σχετίζονται με συστατικά και τρόφιμα που καταναλώνονται είτε σε ποσότητες που υπερβαίνουν τις συνιστώμενες (π.χ. προστιθέμενα σάκχαρα και αλάτι), ή που δεν πληρούν τα συνιστώμενα επίπεδα πρόσληψης (π.χ. λαχανικά).

Φαντάζομαι είναι γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους οι εν λόγω γεύσεις είναι τόσο σημαντικές για τα παιδιά, οπότε και δε θα σταθώ στο παρόν άρθρο..

Επειδή οι προτιμήσεις γεύσης είναι εγγενείς, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μια κακή διατροφή. Οι προτιμήσεις αυτές όμως, μπορούν να τροποποιηθούν χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό μάθησης και συνεχόμενης έκθεσης στις γεύσεις, ώστε μέσω μιας επανειλημμένης αισθητηριακής εμπειρίας, που να βασίζεται στο απλό δόγμα ότι, ότι είναι γνωστό και οικείο είναι και αποδεκτό και κατάλληλο, να καταπολεμηθεί η νεοφοβία. Αυτή η διαδικασία ξεκινάει πριν από τη γέννηση και συνεχίζεται κατά τον απογαλακτισμό, καθώς οι γεύσεις μεταφέρονται μέσω της διατροφής της μητέρας τόσο στο αμνιακό υγρό (το οποίο το έμβρυο καταναλώνει και γεύεται ενεργά), όσο και στο μητρικό γάλα, γεγονός που αυξάνει την έκθεση του βρέφους και την αποδοχή των διαφόρων γεύσεων.

Κατά τη βρεφική ηλικία και την παιδική ηλικία, η ίδια αρχή μάθησης ισχύει τόσο για τη διδασκαλία του παιδιού να δεχτεί νέα τρόφιμα, όσο και για τη διδασκαλία του παιδιού σχετικά με την καταλληλότητα ή όχι ενός φαγητού, ή της έντασης της γεύσης που πρέπει να έχει ένα φαγητό. 5-10 εκθέσεις συνήθως επαρκούν για την αύξηση της ηδονικής απόκρισης που προκαλείται από την κατανάλωση ενός τροφίμου. Δεν είναι τυχαία η επιλογή των Γάλλων να σταματήσουν τη διάθεση προϊόντων με προστιθέμενο αλάτι στα σχολικά κυλικεία, ώστε τα παιδιά να μη «μαθαίνουν στο πολύ αλάτι».

Η ποικιλία φρούτων και λαχανικών που καταναλώνονται από παιδιά ηλικίας από 2 έως 8 ετών μπορεί να προβλεφθεί από τον θηλασμό, την πρόωρη έκθεση σε φρούτα και λαχανικά και τη γονική πρόσληψη φρούτων και λαχανικών. Μια σημαντική αλλαγή στη διατροφική συμπεριφορά των παιδιών ως προς την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών απαιτε,ί πρώτα από όλα, ότι τα τρόφιμα αυτά είναι ευρέως προσβάσιμα, βρίσκονται δηλαδή μέσα στο σπίτι. Η αποδοχή των παιδιών μπορεί να αυξηθεί σημαντικά με την ενθάρρυνση των γονέων να ενσωματώσουν διάφορα φρούτα και λαχανικά στις δικές τους δίαιτες και να εκθέσουν τα παιδιά τους, όσο το δυνατόν νωρίτερα, στα τρόφιμα αυτά.

Τέλος, με βάση το μοντέλο διαβίωσης που ακολουθείται από τους περισσότερους από εμάς πλέον, καλό θα ήταν να γίνει μια προσπάθεια δόμησης, πιο ισορροπημένων θρεπτικά, παιδικών μενού στα εστιατόρια, καθώς αρκετές οικογένειες επιλέγουν την κατανάλωση κάποιων γευμάτων εκτός σπιτιού. Η εικόνα ενός παιδικού μενού της «ευκολίας», με τα γνωστά μακαρόνια με κιμά, τα μπέργκερ, τις τηγανητές πατάτες και τα υπόλοιπα εξαιρετικά λιπαρά και επιβαρυμένα με υδατάνθρακες τρόφιμα και φαντασίας στερείται και οδηγεί σίγουρα στην παιδική παχυσαρκία. Ίσως ήρθε ο καιρός για τους γονείς, να πιέσουν για πιο διατροφικά σωστές επιλογές, αλλά και να υποστηρίξουν με την επιλογή τους, προσπάθειες που γίνονται προς την κατεύθυνση αυτή.

Από ότι φαίνεται τα νέα για τους «υπεργονείς» της κρίσημης ηλικίας των νηπίων, είναι λίγο πολύ γνωστά…Ας μην απελπιζόμαστε όμως…Όπως λέει και η αγαπημένη μου φίλη και συν-συγγραφέας Πηνελόπη, αρκεί να θυμηθούμε πως «πλάθαμε κουλουράκια» κι εμείς ως παιδιά, να εντάξουμε τα σωστά τρόφιμα στις καθημερινές δραστηριότητες των παιδιών μας και να ακολουθήσουμε ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο διατροφής και οι ίδιοι…μαγικές δηλαδή συνταγές από παλιά..

Και για να μη σας αφήσω παραπονεμένους…Μια συνταγή… με τεράστια απήχηση και επιτυχία σε μικρούς και μεγάλους… Γιατί να δίνουμε επεξεργασμένα δημητριακά για πρωινό, όταν έχουμε τέτοιους θησαυρούς στην Ελληνική παράδοση;

Κουλουράκια (ναι καλέ…αυτά τα Πασχαλινά …γιατί είναι τόσο νόστιμα που τρώγονται όλο το χρόνο..)

Υλικά:

160 g βούτυρο

100 g ζάχαρη

50 g αβγά

2,5 g μαχλέπι

2,5 g αμμωνία

5 g γάλα σε σκόνη

50 ml γάλα

3 g μαστίχα

1 δόση βανίλια

Ξύσμα πορτοκαλιού κ.π.

350 g αλεύρι μαλακό κοσκινισμένο

5 g μπεικιν παουντερ

Εκτέλεση:

Χτυπάμε στο μίξερ μετο σύρμα, το βούτυρο, το ξύσμα, τη μαστίχα, τη ζάχαρη και τη βανίλια, μέχρι να ομογενοποιηθούν. Προσθέτουμε σταδιακά τα αβγά και ανακατεύουμε μέχρι να αφρατέψει το μίγμα. Προσθέτουμε το αλεύρι, το μπεικιν παουντερ, την αμμωνία, το μαχλέπι και το γάλα σε σκόνη και ανακατεύουμε με το φτερό. Ενσωματώνουμε σταδιακά το φρέσκο γάλα. Πλάθουμε τα κουλουράκια και αλείφουμε την επιφάνεια τους με αβγό. Ψήνουμε στους 175⁰C για 25 λεπτά περίπου.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Boesveldt S., Bobowski N., McCrickerd K., Maître I., Sulmont-Rossé C., Forde C.G., (2018),  The changing role of the senses in food choice and food intake across the lifespan, Food Quality and Preference, Vol. 68, p.p.  80–89

Lopez N.V., Folta S.C., Glenn M.E., Lynskey V.M., Patel A.A., Anzman-Frasca S. (2017), Promoting healthier children’s meals at quick-service and full-service restaurants: Results from a pilot and feasibility study, Appetite, Vol. 117, p.p. 91-97

Βουρίκης Ν., Χολέβας Κ., Ψιλόπουλος Χ., Ζαχαρομαγειρέματα, (2012), Les Livres du tourisme

Μαγειρικό Στοχά_ζειν Vol 4: Νεοφοβία και “επικίνδυνα τρόφιμα”

21733509_10213529869218580_1720815633_o

Τα τελευταία χρόνια, η κατανάλωση ακατέργαστων ή μισόψημένων τροφίμων αυξάνεται, παρά το γεγονός ότι τα τρόφιμα αυτά έχουν χαρακτηριστεί ως επικίνδυνα. Η δημοτικότητα των επικίνδυνων τροφίμων έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου. Το ενδιαφέρον  για ωμά ή μισόψημένα τρόφιμα, όπως μελάτα αυγά ή σούσι συνεχώς αυξάνεται και υπάρχει πλέον ένα σημαντικό ποσοστό καταναλωτών, οι  οποιοι καταναλώνουν δυνητικά επικίνδυνα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, π.χ.  μισοψημένα κρέατα.

Προηγούμενες μελέτες στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων, περιγράφουν το ακατέργαστο ή μισοψημένο κρέας, τα πουλερικά, τα αυγά και τα προϊόντα αυγών ως επικίνδυνα ή δυνητικά μη ασφαλή τρόφιμα. Παραδείγματα επικίνδυνων τροφίμων, είναι η ωμή ζύμη κέικ ή  μπισκότων, τα μισοβρασμένα αυγά, τα ωμά ψάρια, τα ακατέργαστα λαχανικά, τα ωμά οστρακοειδή και τα ακατέργαστα ή μισοψημένα προϊόντα κιμά (μπέργκερ), τόσο στα γεύματα που προετοιμάζονται σπίτι, όσο και στο εστιατορικό φαγητό. Η κατανάλωση ακατέργαστων ψαριών παρουσιάζει αύξηση από το 1993. Στην πραγματικότητα, η κατανάλωση ωμού ψαριού έχει γίνει πιο συνηθισμένο φαινόμενο από την κατανάλωση ωμού ή μισοψημένου κρέατος.

Για να ικανοποιήσουν το αυξανόμενο ενδιαφέρον των καταναλωτών για ωμά ή μισοψημένα τρόφιμα, πολλά εστιατόρια έχουν αρχίσει να περιλαμβάνουν ακατέργαστα τρόφιμα στα μενού τους.

Δυστυχώς, οι καταναλωτές είναι πιθανότερο, σε περίπτωση τροφοδηλητηριάσεων, να κατηγορήσουν τα τρόφιμα που παρασκευάζονται στα εστιατόρια. Μάλιστα σε έρευνα που πραγματοποίθηκε διαπιστώθηκε ότι οι περισσότεροι ερωτηθέντες πίστευαν ότι η τροφική δηλητηρίαση  προκαλείται μόνο από  τρόφιμα που παρασκευάζονται κάπου αλλού, εκτός σπιτιού. Συνεπώς  τα εστιατόρια, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις των καταναλωτών, κινδυνεύουν να κατηγορηθούν τελικά από τους καταναλωτές, παρόλο που μπορεί να πληρούν όλες τις απαραίτητες υγιειονομικές διατάξεις χειρισμού, εξυπηρέτησης και διανομής του φαγητού.

Αυτό προκαλεί το ερώτημα: Γιατί τελικά οι καταναλωτές επιλέγουν να αγοράσουν ακατέργαστα ή μισοψημένα τρόφιμα στα εστιατόρια;

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που αρέσκονται στο να καταναλώνουν ωμά ή μισοψημένα παρασκευάσματα, μελετώνται από το 2010. Έτσι ηλικιακά οι μεσήλικες καταναλωτές, καθώς και οι καταναλωτές με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, είναι εκείνοι που επιλέγουν συχνότερα ωμά ή μισομαγειρεμένα τρόφιμα σε εστιατόρια. Παράλληλα οι λευκοί άντρες, καταναλώνουν περισσότερο ωμό ή μισοψημένο κρέας, σε σχέση με τις γυναίκες ή με άλλες φυλές. Παραδόξως, ηλικιωμένοι που λάμβαναν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα ήταν επίσης πιθανό να επιλέξουν  να καταναλώσουν ωμά ή μισοψημένα τρόφιμα από άλλα. Ένας από τους λόγους, που οι καταναλωτές μπορεί να έχουν διαφορετική συμπεριφορά απέναντι σε ωμά ή μισοψημένα τρόφιμα,  ενδέχεται να είναι η διαφορετική αντίληψη του κινδύνου.

Ένας καταναλωτής μπορεί να αντιδράσει ανάλογα με την ένταση του κινδύνου που αντιλαμβάνεται και μόνο στην υποκειμενική ερμηνεία που δίνει στον κίνδυνο αυτό. Είναι λοιπόν σημαντικό, να κατανοήσουμε τις διαφορετικές αντιλήψεις όσον αφορά τα επικίνδυνα τρόφιμα και την πρόθεση των καταναλωτών να τα καταναλώσουν. Είναι επίσης σημαντικό να κατανοηθούν και άλλοι λόγοι για τις διαφορετικές αντιλήψεις κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των πολιτισμικών διαφορών των καταναλωτών, σχετικά με τα ωμά ή μισοψημένα τρόφιμα, την καταναλωτική εμπειρία τους με αυτά τα τρόφιμα και τις γνώσεις τους για το πόσο επικίνδυνα ή ασφαλή είναι  τα τρόφιμα αυτά.

Οι αντιλήψεις των καταναλωτών σχετικά με την επικινδυνότητα των τροφίμων μπορούν να επηρεαστούν από πολλές μεταβλητές. Πάνω απ ‘όλα, όσον αφορά την κατανάλωση τροφίμων, το πολιτιστικό υπόβαθρο των καταναλωτών, επηρεάζει τις διατροφικές συνήθειες και τις επιλογές τροφής. Η αντίληψη για τα επικίνδυνα τρόφιμα είναι πολύπλοκη επειδή επηρεάζεται από κοινωνικές και πολιτιστικές επιρροές.

Οι συναισθηματικές αντιδράσεις των καταναλωτών απέναντι σε ένα προϊόν, επηρεάζονται έντονα από την εθνική τους ταυτότητα και αυτό είναι ένας σημαντικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η κουλτούρα τροφίμων την οποία οι ίδιοι οι καταναλωτές υιοθετούν, θα επηρεάσει την αντίληψή του κινδύνου που νιώθουν γύρω από τα τρόφιμα. Αν κάποιος μεγάλωσε με συγκεκριμένα τρόφιμα από πολιτιστική άποψη, μπορεί να είναι πιο εξοικειωμένος με αυτά τα τρόφιμα και είναι πιο πιθανό να τα καταναλώσει, ανεξάρτητα από το αν θα χαρακτηριστούν ή όχι επικίνδυνα τρόφιμα. Οι ηθικές αντιλήψεις και οι διατροφικές συνήθειες,  είναι βασικές πολιτιστικές εκφράσεις με τις οποίες οι άνθρωποι επεξεργάζονται, διατηρούν και ενισχύουν την πολιτιστική, εθνική και ατομική τους ταυτότητα.

Η αξιολόγηση των πολιτιστικών κανόνων που σχετίζονται με τα είδη διατροφής, θα καταστήσει ευκολότερη την κατανόηση  των λόγων για τους οποίους οι καταναλωτές έχουν διαφορετικές αντιλήψεις,  όσον αφορά τα ακατέργαστα ή μισοψημένα τρόφιμα. Τα πολιτιστικά πρότυπα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη,  ώστε να κατανοηθούν οι καταναλωτικές  συμπεριφορές, καθώς  διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αντιλήψεων για το τι είναι ή όχι επικίνδυνο.

Η κουλτούρα του φαγητού είναι σταθερή και δύσκολα αλλάζει. Ωστόσο, καθώς τα πολιτιστικά πρότυπα επηρεάζουν τις αντιλήψεις των καταναλωτών, οι επαγγελματίες χειριστές τροφίμων, θα πρέπει να κατανοούν πλήρως τις συνήθειες και τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις του αγοραστικού τους κοινού. Εάν οι καταναλωτές έχουν ήδη καταναλώσει ορισμένα είδη τροφίμων λόγω του πολιτισμικού τους υπόβαθρου, μπορεί να αναμένουν μια πιο εξωτική παρουσίαση και μια πιο έντονη και αυθεντική γεύση.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει φυσικά την επιλογή ή όχι των «επικίνδυνων τροφίμων», είναι τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά τους.

Ο πιο συχνά αναφερόμενος λόγος για τον οποίο δε δοκιμάζουν ένα επικίνδυνο φαγητό είναι η εμφάνισή του. Εάν δοκιμάσουν τότε η αρέσκεια τους επηρεάζεται πάρα πολύ από τη γεύση. Σε περιπτώσεις δυσαρέσκειας μετά τη γεύση, επηρεάζει η εμφάνιση και η υφή. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε το «Halo effect», δηλαδή το φαινόμενο όπου η εμφάνιση ενός τροφίμου μπορεί να επηρεάσει τις υπόλοιπες αισθήσεις όπως τη γεύση, την υφή ή την όσφρηση.

Όλες οι αντιδράσεις σχετίζονται με την αισθητηριακή αλληλεπίδραση. Η αίσθηση της γεύσης έχει δύο σημαντικές λειτουργικές ιδιότητες ( την προσαρμογή και την αλληλεπίδραση μείγματος) που μοιράζεται με το άρωμα. Η εμφάνιση είναι ο βασικός λόγος για να μην δοκιμάσει κάποιος καθόλου «επικίνδυνα τρόφιμα»  ή να έχει αρνητικές εμπειρίες, τα εστιατόρια λοιπόν, μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό το ζήτημα αναπτύσσοντας ευχάριστη αισθητική στα πιάτα τους. Ανάλογα με τη γεύση και τις άλλες αισθητηριακές αλληλεπιδράσεις που βιώνει ένας καταναλωτής, θα υπάρξει μια θετική εμπειρία ή μια αρνητική εμπειρία που θα επηρεάσει τη μελλοντική καταναλωτική του πρόθεση.

Έτσι, όταν τα εστιατόρια προσφέρουν επικίνδυνα τρόφιμα στους πελάτες τους,  θα πρέπει να εξετάζουν δύο περιπτώσεις καταναλωτών: όσους  δοκιμάζουν για πρώτη φορά το τρόφιμο και εκείνους που είναι πιο έμπειροι. Επειδή η εμφάνιση είναι κρίσιμη για τους καταναλωτές που δοκιμάζουν κάτι για πρώτη φορά, τα εστιατόρια πρέπει να επικεντρώνονται στην εμφάνιση του φαγητού. Αυτό περιλαμβάνει την προσεκτική προετοιμασία και την ελκυστική τοποθέτηση του τροφίμου στο πιάτο. Οι περιγραφές των μενού που αναφέρονται στη μαγειρική ποιότητα, μπορούν επίσης να αυξήσουν τον αριθμό των καταναλωτών που θα δοκιμάσουν το τρόφιμο για πρώτη φορά. Οι μη ελκυστικές παρουσιάσεις με πολυκαιρισμένα υλικά και  κακό και μονότονο χρωματικό συνδυασμός των τροφίμων σε ένα πιάτο, θα αποτελέσουν εμπόδιο για τον καταναλωτή που δοκιμάζει πρώτη φορά. Η γεύση είναι επίσης σημαντική για τις θετικές εμπειρίες των καταναλωτών κατά την κατανάλωση επικίνδυνων τροφίμων. Αυτό περιλαμβάνει επίσης υψηλής ποιότητας, φρέσκα προϊόντα, που παρασκευάζονται με γούστο και μεράκι. Για να διατηρηθούν καλύτερα τα προϊόντα υψηλής ποιότητας και τα φρέσκα προϊόντα, θα πρέπει να επιλέγονται προσεκτικά οι προμηθευτές και να αναπτύσσονται αυστηρές διαδικασίες για την καλύτερη αποθήκευση, προετοιμασία και διανομή των επικίνδυνων τροφίμων, ώστε να μη διαταράσσεται η αλυσίδα ψύξης.

Οι πιο έμπειροι καταναλωτές που είχαν θετικές εμπειρίες δοκιμάζοντας τα επικίνδυνα τρόφιμα, αντιλαμβάνονται τα τρόφιμα αυτά ως πιο ασφαλή. Ωστόσο, εάν οι καταναλωτές είχαν αρνητική εμπειρία εξαιτίας της εμφάνισης, της υφής, της οσμής ή της γεύσης ενός «επικίνδυνου τροφίμου», αντιλαμβάνονται ότι η επικινδυνότητα των τροφίμων είναι υψηλότερη και είναι λιγότερο πιθανό να  καταναλώσουν στο μέλλον τέτοια τρόφιμα ξανά. Η σωστή προετοιμασία του φρέσκου φαγητού φαίνεται και πάλι να είναι ο σημαντικότερος παράγοντας, για την οικοδόμηση θετικών εμπειριών στους καταναλωτές.

Τέλος, άλλοι παράγοντες όπως ο τύπος του εστιατορίου ή οι χώρες στις οποίες ζουν ή ταξιδεύουν, επηρεάζουν επίσης τις αντιλήψεις των καταναλωτών  για τα επικίνδυνα τρόφιμα. Για παράδειγμα, οι καταναλωτές μπορεί να έχουν διαφορετική αίσθηση κινδύνου για τα «επικίνδυνα τρόφιμα» όταν αυτά πωλούνται σε καντίνες στο δρόμο, σε σύγκριση με τα εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας. Ταυτόχρονα, η αίσθηση κινδύνου τους επηρεάζεται από τους κανονισμούς και τα πρότυπα ασφάλειας, που εφαρμόζονται από τη μια χώρα στην άλλη, όταν ταξιδεύουν. Στη σύγχρονη οικουμενική, παγκόσμια κοινωνία, οι αντιλήψεις για την επικινδυνότητα των τροφίμων είναι περίπλοκες και απαιτείται συνεχής έρευνα για την κατανόηση της πολυπλοκότητας των αντιλήψεων των καταναλωτών, γύρω από την τροφή. Με αυτό τον τρόπο, οι εστιάτορες και οι χειριστές τροφίμων θα έχουν καλύτερη κατανόηση, των λόγων που ωθούν τους καταναλωτές στα επικίνδυνα τρόφιμα. Οι πληροφορίες αυτές άλλωστε, προσδιορίζουν και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο διάθεσης αυτών των τροφίμων στην αγορά.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Arnett, J. (1994). Sensation seeking: A new conceptualization and a new scale. Personality and Individual Differences, 16(2), 289–296. doi:10.1016/0191-8869(94)90165-1

Barrena, R., Garcia, T., & Sanchez, M. (2015). Analysis of personal and cultural values as key determinants of novel food acceptance. Application to an ethnic product. Appetite, 87, 205–214. doi:10.1016/j.appet.2014.12.210

Cates, S. C., Karns, S., Kosa, K. M., & Goodwin, S. L. (2013). Predictors of eating raw or undercooked meat, poultry, seafood, and eggs among older adults. Food Protection Trends, 33(2), 64–72.

Cates, S. C., Kosa, K. M., Karns, S., Godwin, S. L., Speller-Henderson, L., Harrison, R., & Draughon, F. A. (2009). Food safety knowledge and practices among older adults: Identifying causes and solutions for risky behaviors. Journal of Nutrition for the Elderly, 28, 112–126. doi:10.1080/01639360902949986

Choi, J., Lee, A., & Ok, C. (2013). The effects of consumers’ perceived risk and benefit on attitude and behavioral intention: A study of street food. Journal of Travel and Tourism Marketing, 30, 222–237. doi:10.1080/10548408.2013.774916

Hodges, C. E. M., & Wiggins, G. (2013). Three families—one street: A study of culture, food, and consumption in East London. Family and Consumer Sciences Research Journal, 41(3), 254–266. doi:10.1111/fcsr.12021

Kim, R. (2008). Japanese consumers’ use of extrinsic and intrinsic cues to mitigate risky food choices. International Journal of Consumer Studies, 32, 49–58.

Kniazeva, M., & Venkatesh, A. (2007). Food for thought: A study of food consumption in postmodern US culture. Journal of Consumer Behavior, 6, 419–435. doi:10.1002/cb.232

Σχολικά γεύματα και βιωσιμότητα

σχολικά γεύματα

Η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια μεγάλη πρόκληση όσον αφορά το φαγητό. Αναμένεται ότι μέχρι το 2050, 9 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα πρέπει να σιτίζονται. Δεν είναι σαφές εάν αυτή η απαίτηση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς σοβαρή βλάβη στο περιβάλλον. Ο κόσμος αντιμετωπίζει δύο αντίθετα προβλήματα: (1) την αύξηση της παχυσαρκίας στις αναδυόμενες και ανεπτυγμένες χώρες, και (2) τη συνέχιση της λειψυδρίας και του υποσιτισμού στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η μείωση της παχυσαρκίας και του υποσιτισμού είναι περίπλοκες προκλήσεις.

Μια επίμονη πρόκληση με την οποία έρχονται αντιμέτωπες όλες οι προσπάθειες μείωσης της παχυσαρκίας, είναι η  υπερβολική διαθεσιμότητα και υπερπροσφορά των τροφίμων από τη μία και η  μη ισορροπημένη σύνθεση της δίαιτας από την άλλη. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), για τη δημόσια υγεία το 2011, αποκαλύφθηκε ότι κανένα από τα κράτη μέλη του ΟΗΕ, δεν παρουσίασε σημαντική πρόοδο στη μείωση της παχυσαρκίας.

Σημαντικοί τομείς ανησυχίας είναι η υψηλή πρόσληψη ενέργειας, λίπους, και ζαχαρούχων ποτών και η χαμηλή πρόσληψη ινών, φρούτων και λαχανικών. Αυτό το πρότυπο κατανάλωσης σχετίζεται με αύξηση βάρους τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Η διαθεσιμότητα σνακ και ποτών που πωλούνται στα σχολεία, οδηγεί σε κάλυψη του υψηλότερου ποσοστού ημερήσιων θερμίδων, από τρόφιμα πλούσια σε λίπος ή από αναψυκτικά και σε χαμηλότερη πρόσληψη τροφίμων όπως φρούτα, λαχανικά, γάλα.

Προκλήσεις για τη βιωσιμότητα αποτελούν η  παροχή υψηλής ποιότητας τροφίμων, σε επαρκείς ποσότητες για τις επόμενες γενιές, με ταυτόχρονη διατήρηση των πόρων που απαιτούνται σε παγκόσμιο επίπεδο, για να μπορέσουν οι μελλοντικές γενιές να κάνουν το ίδιο. Παγκόσμια ανησυχία αποτελούν η απώλεια  της βιοποικιλότητας, η αλλαγή του κλίματος και οι ανισορροπίες του αζώτου και του φωσφόρου.

Η παραγωγή τροφίμων συμβάλλει σε αυτά τα προβλήματα, ιδίως μέσω της απώλειας τροφίμων, της δημιουργίας αποβλήτων, της χρήσης γλυκού νερού και των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου (κυρίως στην παραγωγή κρέατος), αλλά και μέσω της επεξεργασίας των τροφίμων και της μεταφοράς τους σε μεγάλες αποστάσεις (αερομεταφορές).

Οι καταναλωτές συμβάλλουν σε αυτά τα προβλήματα μέσω των καθημερινών επιλογών τροφής και διατροφής. Συχνά επιλέγουν τρόφιμα με χαμηλές τιμές και υψηλό περιβαλλοντικό αντίκτυπο, ενώ παράλληλα δε χρησιμοποιούν μεγάλο μέρος των αγορασμένων αυτών τροφίμων, τα οποία καταλήγουν τελικά στα σκουπίδια.

Η δημιουργία προγραμμάτων σχολικών γευμάτων, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μπορεί να οδηγήσει στη βελτίωση της υγείας των παιδιών_καταναλωτών, βοηθώντας τα παιδιά να αποκτήσουν νέες διατροφικές συνήθειες και προωθώντας, μέσω του σχολικού περιβάλλοντος, την αλλαγή στις επιλογές τροφής προς μια πιο βιώσιμη κατεύθυνση.

Τα σχολικά γεύματα είναι μια πιο μαζική δραστηριότητα σε σχέση με τα οικογενειακά γεύματα, ως εκ τούτου οι παρεμβάσεις στα σχολεία μπορούν  να επηρεάσουν ομοιόμορφα τις συμπεριφορές πολλών παιδιών ταυτόχρονα. Επιπλέον, τα σχολικά γεύματα τείνουν να παρακάμπτουν τους περιορισμούς που θέτουν οι κοινωνικοοικονομικές τάξεις μιας χώρα, τουλάχιστον για τα μικρότερα παιδιά, και τέλος οι συνήθειες των παιδιών είναι πιο εύκαμπτες από εκείνες των ενηλίκων.

Μια ανασκόπηση του 2007 για τον αντίκτυπο των προγραμμάτων σχολικών γευμάτων στη σωματική υγεία των παιδιών έδειξε ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες, τα προγράμματα αυτά, στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, βελτίωσαν την ανάπτυξη και τις επιδόσεις των παιδιών. Σε χώρες με υψηλότερα εισοδήματα, υπήρχαν μεικτά αποτελέσματα, λόγω της υπερκατανάλωσης. Στην ΕΕ, τα περισσότερα προγράμματα σχολικών γευμάτων στοχεύουν να διδάξουν στα παιδιά μια υγιεινή διατροφή και έναν πιο ισορροπημένο διατροφικά τρόπο ζωής.

Η αειφορία δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο των σχολικών γευμάτων, αλλά περισσότερο μια κατάσταση που μπορεί ή δεν μπορεί να είναι επιθυμητή ή με προτεραιότητα, αναλογα με τις προτεραιότητες των εμπλεκόμενων φορέων. Επομένως, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί το ερώτημα “Μήπως τα γεύματα του σχολείου συμβάλλουν στη βιωσιμότητα;” Αυτό θα εξαρτηθεί από την υλικοτεχνική υποστήριξη του σχολικού γεύματος (ποιες τροφές σερβίρονται, έχουν αυτά τα τρόφιμα ένα μεγάλο αποτύπωμα άνθρακα, από που προέρχονται τα  προϊόντα, έπρεπε να μεταφερθούν μεγάλες αποστάσεις, είναι τα τρόφιμα οργανικά, και ούτω καθεξής), καθώς και από τη συμπεριφορά των καταναλωτών (π.χ. σπατάλη τροφής). Για παράδειγμα, ένα σημαντικό ποσό των τροφίμων που σερβίρονται στα σχολικά γεύματα χάνεται (12% όλων των θερμίδων του πιάτου, με το μεγαλύτερο μερίδιο που χάνεται να προέρχεται από τα λαχανικά).

Παρά την πολυπλοκότητα της παροχής υγιεινής και ταυτόχρονα βιώσιμης τροφής, υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη βελτίωση της βιωσιμότητας στα προγράμματα σχολικών γευμάτων. Αυτό το ενδιαφέρον έχει οδηγήσει σε διάφορες προσεγγίσεις, πολλές από τις οποίες επικεντρώνονται στη βελτίωση της ποιότητας των τροφίμων στα σχολεία. Η βελτίωση της ποιότητας των τροφών έχει μια διατροφική διάσταση, αλλά συνδέεται επίσης με τη βελτίωση της βιωσιμότητας, με λιγότερα απόβλητα τροφίμων και συχνά με αύξηση της χρήσης προϊόντων τοπικής προέλευσης και βιολογικών τροφίμων.

Τέτοιες προσεγγίσεις βέβαια, απαιτούν τη συμμετοχή ολόκληρου του σχολείου, και ίσως ολόκληρης της κοινότητας για να είναι αποτελεσματικές και οικονομικά βιώσιμες. Η κοινότητα με τη δέσμευση της  για την παροχή τροφίμων στο σχολείο, μπορεί να ενορχηστρώσει τη συνεργασία των αγροτών, των σχολείων, των παιδιών, των γονέων και των τοπικών φορέων. Όπως σε όλα τα θέματα ποιότητας άλλωστε, πρωταρχικής σημασίας είναι η δέσμευση της διοίκησης.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

Alaimo, K., Olson, C. M., Frongillo Jr, E. A. and Briefel, R. R. (2011). Food insufficiency, family income, and health in US preschool and schoolaged children. Am. J. Public Health. 91:781–786.

Andersen, R., Biltoft-Jensen, A., Andersen, E. W., Ege, M., Christensen, T., Ygil, K. H., Thorsen, A. V., Damsgaard, C. T., Astrup, A., Michaelsen, K. F. and Tetens, I. (2015). Effects of school meals based on the New Nordic Diet on intake of signature foods: A randomised controlled trial. The OPUS school meal study. Br. J. Nutr. 114:772–779.

Aschemann-Witzel, J., P_erez-Cueto, F. J., Strand, M., Verbeke, W. and Bech-Larsen, T. (2012). Success factors in public healthy eating campaigns: A case study. Nutr. Hosp. 27:1536–1541.

Atkins, R. C. and Atkins, V. (2010). Changing Students’ Knowledge, Attitudes and Behavior in Relation to Food: An Evaluation of the School Lunch Initiative. Report commissioned by the chez panisse foundation. https://edibleschoolyard.org/printpdf/9019 Accessed on March 22, 2016.

Caballero, B. (2011). The global epidemic of obesity: An overview. Epidemiol. Rev. 29:1–5.

Capacci, S., Mazzocchi, M., Shankar, B., Macias, J. B., Verbeke, W., P_erez-

Cueto, F. J., et al. (2012). Policies to promote healthy eating in Europe: A structured review of policies and their effectiveness. Nutr. Rev. 70:188–200.

Cohen, J. F., Richardson, S. A., Cluggish, S. A., Parker, E., Catalano, P. J. and Rimm, E. B. (2015). Effects of choice architecture and chef enhanced meals on the selection and consumption of healthier school foods: A randomized clinical trial. JAMA Pediatr. 169:431–437.

Oostindjer Μ., Aschemann-Witzel J., Wanga Q., Skuland S.E., Egelandsdal B.,  Amdam G. V., Schjøll A., Pachucki M. C., Rozin P., Stein J., Almli V. L., Kleef E. V.(2017). Are school meals a viable and sustainable tool to improve the healthiness and sustainability of childrens diet and food consumption? A cross-national comparative perspective. CRITICAL REVIEWS IN FOOD SCIENCE AND NUTRITION, VOL. 57, NO. 18, 3942–3958

Reisch, L., Eberle, U. and Lorek, S. (2013). Sustainable food consumption: An overview of contemporary issues and policies. Sus: Sci. Prac. & Poli. 9:7–25.

Μαγειρικό Στοχα_ζειν Vol 2: Τροφή και ευχαρίστηση..

28278454_2020076058022554_1328220263_o

Πριν από κάποιες μέρες έπεσε στα χέρια μου ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τον τρόπο που σχετίζεται η ηδονή με την κατανάλωση τροφής.  Σήμερα λοιπόν, που μοσχομύρισε το σπίτι από τη bisque και τα θαλασσινά και που θυμήθηκα όλους εκείνους τους λόγους που με οδήγησαν στο να γίνω μαγείρισσα(μου τρέχουν κυριολεκτικά τα σάλια), σκέφτηκα πόσο χρήσιμο θα ήταν, να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο, η ευχαρίστηση που παίρνουμε από την τροφή, λειτουργεί στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Στο άρθρο του «The pleasure of food: underlying brain», ο Morten L Kringelbach αναφέρεται στο μυθιστόρημα της δανέζας συγγραφέως, Karen Blixen, «Η γιορτή της Babette», το οποίο τοποθετείται στη δεκαετία του 1870.

Στο μυθιστόρημα αυτό περιγράφεται μια αυστηρή θρησκευτική αίρεση, της οποίας τα μέλη “… παραιτήθηκαν από τις απολαύσεις αυτού του κόσμου, και από ό, τι τους έδινε, αφού ήταν απλώς ένα είδος ψευδαίσθησης και η πραγματικότητα ήταν η Νέα Ιερουσαλήμ την οποία λαχταρούσαν “.

Oι άγαμες κόρες του ιδρυτή της αίρεσης, έχουν μια γαλλίδα υπηρέτρια, τη «Babette», η οποία  εμφανίζεται, μυστηριωδώς, από το κατεστραμμένο από τον πόλεμο, Παρίσι.

Κατά την άφιξή της, οι ευσεβείς κόρες της διευκρινίζουν, πως επιθυμούν να αποφύγουν οποιαδήποτε “… γαλλική πολυτέλεια και υπερβολή” , γιατί, όπως εξηγούν, “… η πολυτέλεια είναι κακή και αμαρτωλή”. Το δικό τους φαγητό πρέπει να είναι όσο το δυνατόν “πιο καθαρό”. Οι ανησυχίες τους εφησυχάζονται, καθώς για τα επόμενα 12 χρόνια, η Babette τους εξυπηρετεί με τέτοιο τρόπο, που ολόκληρη η κοινότητα αναγνωρίζει την αριστεία της.

Όταν η Babette κερδίζει απροσδόκητα, ένα τεράστιο χρηματικό ποσό στη γαλλική λαχειοφόρο αγορά, οι αδερφές επειδή φοβούνται ότι μπορεί να τους αφήσει, της ζητούν να τους μαγειρέψει ένα επετειακό δείπνο, για να γιορτάσουν την 100ή επέτειο από την ίδρυση της αίρεσης. Μη γνωρίζοντας τις αδελφές, η Babette που έχει υπάρξει μαγείρισσα του Cordon bleu, προετοιμάζει ένα πλούσιο γεύμα μίας ώρας, αφήνοντας τους επισκέπτες να αμφισβητούν την απόφαση τους να απαρνηθούν όλες τις επίγειες απολαύσεις.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ Δανός σκηνοθέτης Γκάμπριελ Άξελ, μεταφέρει το βιβλίο σε ταινία και προσπαθεί σκληρά να αποδώσει το μεγαλείο του δείπνου, αλλά ακόμα και η εικόνα αδυνατεί να μεταφέρει την πολυαισθητηριακή εμπειρία ενός γεύματος υψηλής αισθητικής και γαστρονομίας.

Η Blixen αισθάνεται υποχρεωμένη να διευκρινίσει ότι “… όταν ο άνθρωπος όχι μόνο έχει ξεχάσει εντελώς, αλλά έχει απόλυτα αποποιηθεί όλες τις απολαύσεις  που του προσφέρει το φαγητό και το ποτό όταν καταναλώνονται με το σωστό τρόπο”, η γλώσσα αδυνατεί να περιγράψει  τις αισθητήριες διαδρομές του φαγητού προς την ευχαρίστηση.

Η γιορτή της Babette γίνεται μια υπενθύμιση της έντονης ευεξίας και  ευχαρίστησης,  που δεν αφορά μόνο το φαγητό, αλλά και το αίσθημα ενότητας και υπέρβασης που νιώθουν οι ενάρετοι φιλοξενούμενοι, οι οποίοι αφήνουν το γεύμα να τους αλλάξει και να ξυπήσει τις μνήμες των γήινων απολαύσεων.

Για πολλά χρόνια, τέτοιες απολαύσεις είχαν παραμείνει μυστηριώδεις και κρύβονταν μέσα στο χώρο της τέχνης. Ωστόσο, η έλευση της σύγχρονης ψυχιατρικής και νευροψυχολογίας, άρχισε να αποκαλύπτει μερικούς από τους βασικούς μηχανισμούς των εγκεφαλικών λειτουργιών που πραγματοποιούνται.

Ενώ το φαγητό είναι σαφώς απαραίτητο για την επιβίωση, είναι η ευχαρίστηση που προκαλεί η κατανάλωση του, που αξίζει να μελετηθεί. Τα μέλη της αίρεσης στη μυθιστοριογραφία της Blixen, προσπαθούν σκληρά να απαρνηθούν την αναζήτηση της ευχαρίστησης, στις διάφορες μορφές της, η επιθυμία τους όμως, τελικά ξυπνάει απότομα, καθώς δοκιμάζουν το μαγείρεμα της Babette. Τα αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης και αναπαραγωγής, ενισχύονται από την αίσθηση της ευχαρίστησης και επιβράβευσης του φαγητού και του φύλου – και ως εκ τούτου μπορεί να είναι το πιο τολμηρό κόλπο της εξέλιξης. Η επιστημονική μελέτη της ευχαρίστησης, η έρευνα για την ηδονή, είναι αφιερωμένη στην αναζήτηση της λειτουργικής νευροανατομίας των επεξεργασιών του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ηδονή (αρχαιοελληνική λέξη που περιγράφει την ευχαρίστηση).

Στη μυθιστοριογραφία, ο αρχικός ασκητισμός των μελών της αίρεσης, μπορεί να προέρχεται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, αλλά τα μέλη τελικά καθοδηγούνται από την βασική ομοιοστατική ρύθμιση της ανθρώπινης διατροφικής συμπεριφοράς, των οποίων τα μοντέλα έχουν διασαφηνιστεί με μεγάλη λεπτομέρεια και ρυθμίζονται, σε όλα τα θηλαστικά αλλά και στον άνθρωπο, από τις συνάψεις και τα μόρια που βρίσκονται κάτω από τον εγκεφαλικό φλοιό. Ωστόσο, όπως διαφαίνεται από τα αποτελέσματα της γιορτής της Babette, οι ομοιοστατικές διαδικασίες δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνες για την ανθρώπινη διατροφή.

Η κατανάλωση φαγητού μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά οι βασικές λειτουργίες που σχετίζονται με την πρόσληψη τροφής από τον άνθρωπο είναι αρκετά περίπλοκες. Η εύρεση τροφής ήταν εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, στα αφιλόξενα κλίματα που κατοικούσαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι. Αλλά ακόμη και όταν έβρισκαν τροφή, η παρασκευή και η κατανάλωση της ήταν πολύπλοκες διαδικασίες που περιλάμβαναν πληθώρα περιφερικών και κεντρικών διεργασιών, προσεκτικά ενορχηστρωμένων από τον εγκέφαλο. Η αναγκαία, εκλεπτυσμένη κινητήρια, συναισθηματική και γνωστική επεξεργασία, είναι πιθανό να ήταν ο κύριος λόγος, εξέλιξης του εγκεφάλου των πρωτεύοντων θηλαστικών. Οι αρχές του εγκεφάλου που διέπουν την κατανάλωση τροφής, έχουν ερευνηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε πολλά είδη θηλαστικών, η ευχαρίστηση όμως του ανθρώπου από την κατανάλωση τροφή, μελετάτε μόνο κατά την τελευταία δεκαετία και έχει αρχίσει να μεταμορφώνει την κατανόησή μας, ως προς τις συγκεκριμένες λειτουργίες.

Για να κατανοήσουμε την ευχαρίστηση στον εγκέφαλο, είναι σημαντικό να εξετάσουμε την κύρια πρόκληση που απασχολεί τον εγκέφαλο και δεν είναι αλλη από την εξισορρόπηση των ενστίκτων για εύρεση πόρων επιβίωσης και για αναπαραγωγή. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία, διαφορετικές «ανταμοιβές»-προκλήσεις ανταγωνίζονται. Για την κατανόηση της πολύπλευρης φύσης της απόλαυσης, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε το τυπικό κυκλικό χρονοδιάγραμμα μεταξύ των «ανταμοιβών», στις διάφορες φάσεις της όρεξης, της κατανάλωσης και του κορεσμού. Η έρευνα έχει δείξει ότι η ευχαρίστηση απασχολεί πολλαπλά δίκτυα και εμπεριέχει πολλες διαδικασίες του εγκεφάλου. Περιλαμβάνει ένα σύνθετο μηχανισμό από πολλά στάδια, ο οποίος περιγράφεται από έναν κύκλο: «αρέσκια» (οι βασικές αντιδράσεις σε ηδονικά ερεθίσματα), «επιθυμία» (μηχανισμός δημιουργίας κινήτρων) και «μάθηση» (συνήθως μηχανισμοί γνωστικοί ή ενστικτώδεις). Αυτές οι διαδικασίες έχουν διακριτούς νευρικούς μηχανισμούς, οι οποίοι εμφανίζονται και εξαφανίζονται κατά τη διάρκεια του κάθε κύκλου.

Οι νευρωνικοί μηχανισμοί της επιθυμίας, της αρεσκείας και της μάθησης μπορούν να εμφανιστούν ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια του κύκλου, αν και οι διαδικασίες της αρέσκειας και της επιθυμίας (συνδέονται κυρίως με το νευροδιαβιβαστή της ντοπαμίνης), τείνουν να κυριαρχήσουν της φάσης της κατανάλωσης (που σχετίζεται με τα οπιοειδή). Αντίθετα, η εκμάθηση μπορεί να συμβεί σε όλες τις φάσεις του κύκλου (και πιστεύεται ότι συνδέεται με την πλαστικότητα των συνάψεων).

Η ηδονική κατανάλωση είναι δύσκολο να κατασταλεί και αυτό φαίνεται ακόμη περισσότερο από τη σημερινή παγκόσμια πανδημία παχυσαρκίας. Διατροφικές διαταραχές, όπως αυτή της υπερβολικής κατανάλωσης φαγητού, πολύ συχνά συνδέονται με την έλλειψη ευχαρίστησης.

Από την άποψη της δημόσιας υγείας, είναι επιτακτική ανάγκη να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς ευχαρίστησης έτσι ώστε να βρούμε νέους και πιο αποτελεσματικούς τρόπους επανεξισορρόπησης του συστήματος και δυνητικά να μειώσουμε την παχυσαρκία, η οποία απειλεί να υπονομεύσει τη δημόσια υγεία.

 

«Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό, έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρώ…»

25344458_1941023919261102_1700710479_o

Γράφοντας ανοίγει η όρεξη…μιλώντας τόσες μέρες για το umami, σκέφτηκα να επικοινωνήσω και ένα ακόμη βασικό υλικό, «πυλώνα» της μαγειρικής τέχνης…το αλάτι…

Αγαπημένο μου από παιδί.. μιας και η αλμυρή, υπήρξε πάντα η αγαπημένη μου γεύση… παιχνίδι….«αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό, έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρώ…παπούτσια δε μου πήρε να πάω στο σχολειό, και αν δε μου τα πάρει, θα ψάξω να τη βρώ»…μνήμη…

Η χρήση του αλατιού από τον άνθρωπο ξεκίνησε εδώ και χιλιάδες χρόνια για δύο απλούς λόγους: είναι ένα φτηνό, φυσικό συντηρητικό και κάνει το φαγητό πολύ πιο νόστιμο!

Η αρχαιότερη γραπτή πηγή στην Κίνα, χρονολογείται γύρω στα 800 π.Χ. και κάνει λόγο για παραγωγή και εμπορία θαλασσινού αλατιού. Ο Τίτος Λίβιος αποδίδει στον βασιλιά Άγκο Μάρτιο (7ος αι. π.Χ.) την πρώτη συστηματική οργάνωση αλυκών στις εκβολές του Τίβερη, δημιουργώντας έτσι τις περίφημες Salinae Romanae (Ρωμαϊκές αλυκές) που εξασφάλιζαν μεγάλες ποσότητες αλατιού για τις ανάγκες της αχανούς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στην περιοχή του Αιγαίου, όπου η εξάτμιση του νερού με τον ήλιο αρκούσε για την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αλατιού κατά μήκος των ακτών, τέτοιες εγκαταστάσεις δεν έχουν βρεθεί. Ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα λεγόμενα τηγανόσχημα σκεύη του Κυκλαδικού πολιτισμού (3η χιλιετία π.Χ.) μπορεί να λειτουργούσαν ως μήτρες αλατιού.

O Μέγας Αλέξανδρος κατά τις εκστρατείες του στην Ανατολή πλήρωνε τους στρατιώτες του πολλές φορές με άλας, πράγμα το οποίο γινόταν τόσο κατά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και την εποχή του Ναπολέοντα. Οι Έλληνες θεωρούσαν το αλάτι σύμβολο φιλίας και αλληλεγγύης και επισφράγιζαν με αυτό τις συμφωνίες τους.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία προμηθευόταν το αλάτι της από τις αλυκές του Αιγαίου, της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας και το κράτος διατηρούσε δικαιώματα επί της παραγωγής και της πώλησης, ενώ οι αλυκές ανήκαν στον αυτοκράτορα ή στα μοναστήρια. Το αλάτι ήταν τόσο πολύτιμο όσο το χρυσάφι και το να ελέγχει ένα κράτος το εμπόριο του αλατιού, σήμαινε ότι βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση.

Με το όρο “αλάτι”, εννοούμε συνήθως το υλικό που ρίχνουμε πάνω από τις τηγανιτές μας πατάτες, το οποίο δεν είναι άλλο από το χλωριούχο νάτριο (NaCl). Από τεχνικής άποψης, αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα αλατιού. Στη χημεία, άλας είναι μια ιοντική ένωση που προέρχεται από την αντίδραση εξουδετέρωσης ενός οξέος και μιας βάσης. Μόρια που έχουν ηλεκτρικό φορτίο ονομάζονται ιόντα. Αυτά με θετική φόρτιση είναι τα κατιόντα, και αυτά με αρνητική φόρτιση είναι τα ανιόντα. Είναι σαν τα αντίθετα άκρα ενός μαγνήτη, τα ανιόντα προσελκύουν τα κατιόντα. Έτσι τα άλατα αποτελούνται μόνο από θετικά φορτισμένα κατιόντα συνδεδεμένα με αρνητικά φορτισμένα ανιόντα. Το χλωριούχο νάτριο είναι θετικό ιόν νατρίου (Na +), συνδεδεμένο με αρνητικό ιόν χλωρίου (Cl-). Οι ιδιότητες των αλάτων διαφέρουν, ανάλογα με τα ιόντα που συνδυάζονται.

Δεν είναι όλα τα αλάτια ασφαλή για φαγητό, και δεν έχουν όλα αλμυρή γεύση. Το κατιόν καθορίζει εάν ένα άλας έχει αλμυρή γεύση και το ανιόν καθορίζει την ένταση αυτής της γεύσης. Για να αλληλεπιδράσουν με τους υποδοχείς γεύσης, τα άλατα πρώτα πρέπει να διαχωρίσουν στα ιόντα τους. Αυτό απαιτεί τη διάλυση του αλατιού σε κάποιο υγρό, όπως σάλιο ή νερό.  Εαν βγάλετε τη γλώσσα σας από το στόμα, την αφήσετε έξω μέχρι να στεγνώσει και στη συνέχεια ακουμπησετε μικρή ποσότητα αλατιού στην άκρη της, πιθανότατα δε θα καταλάβετε αλμυρή γεύση.

Η προσθήκη αλατιού κάνει τα τρόφιμα να συντηρούνται περισσότερο, μειώνοντας την “ενεργότητα του νερού” των τροφίμων. Το αλάτι ουσιαστικά απορροφά το νερό, δημιουργώντας ένα “ξηρό”, αφιλόξενο περιβάλλον, το οποίο δεν ευννοεί την ανάπτυξη των βακτηρίων που προκαλούν αλλοιώσεις. Το φαινόμενο που λειτουργεί λέγεται όσμωση και είναι ένα πολύ χρήσιμο φαινόμενο στη μαγειρική, καθώς χρησιμοποιείται για το «μαγείρεμα» σε αλάτι.

Σε σωστή αναλογία, το άλας έχει ευχάριστη γεύση. Είναι πιθανό ότι το αλμυρό εξελίχθηκε ως μια ευχάριστη γεύση για να ενθαρυνθεί ο άνθρωπος να καταναλώνει την απαιτούμενη ποσότητα αλατιού που του χρειάζεται, καθώς τα άλατα είναι σημαντικά σε πολλές βιολογικές λειτουργίες.

Το αλάτι είναι επίσης ένας εκπληκτικός «ενισχυτής γεύσης». Προσθέστε λίγο αλάτι και σχεδόν τα πάντα αποκτούν καλύτερη γεύση. Για παράδειγμα, η προσθήκη αλατιού στη σούπα κοτόπουλου, δεν την κάνει μόνο πιο γευστική, αλλά και πιο πλούσια και ισορροπημένη. Το αλάτι καταστέλει τις «άσχημες» γεύσεις στα τρόφιμα, επιτρέποντας στις πιο ευχάριστες να κυριαρχήσουν. Όταν οι ερευνητές ανακάτεψαν πικρά και γλυκά διαλύματα μαζί, σε μια γευστική δοκιμή, η προσθήκη αλατιού έκανε το μείγμα πιο γλυκό. Στη δοκιμή της γλυκιάς γεύσης από μόνη της, η προσθήκη αλατιού δεν βελτίωσε τη γεύση. Πολλές βιταμίνες και αντιοξειδωτικά έχουν πικρή γεύση. Η προσθήκη αλατιού στα τρόφιμα που τα περιέχουν, κάνει τα τρόφιμα πιο γευστικά. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά προσθέτουμε αλάτι στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά μας.

Το αλάτι μειώνει επίσης την ποσότητα του μη δεσμευμένου νερού, γνωστή ως “ενεργότητα του νερού”. Αυτό οδηγεί σε σχετική αύξηση της συγκέντρωσης των άλλων συστατικών γεύσης, βελτιώνοντας το άρωμα, τη γεύση και την υφή των τροφίμων. Αυτή η ιδιότητα μπορεί να βελτιώσει τη γεύση σε τροφές με μειωμένα λιπαρά ή σάκχαρα.

Η περίσσεια αλατιού διεγείρει επίσης τους πικρούς και ξινούς υποδοχείς γεύσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προσθέτοντας λίγο αλάτι στο φαγητό, βελτιώνεται η γεύση, αλλά προσθέτοντας πάρα πολύ αλλοιώνεται.

Το επίπεδο του αλατιού που θεωρείται από κάποιον ευχάριστο  ποικίλλει. Η αρέσκεια οφείλεται εν μέρει στα γονίδια, στο περιβάλλον και στις διατροφικές συνήθειες. Οι άνθρωποι με διατροφή υψηλή σε αλάτι, προσαρμόζονται να προτιμούν όλο και περισσότερο αλάτι. Εκείνοι με χαμηλές ποσότητες αλατιού στην πρώιμη ζωή τους τρώνε λιγότερο αλάτι και έχουν χαμηλότερη αρτηριακή πίεση σε μεταγενέστερη ηλικία. Ωστόσο, με κατάλληλη στρατηγική, ακολουθούμενη και από τους παραγωγούς τροφίμων, μπορεί ο άνθρωπος σιγά σιγά να προσαρμοστεί σε μικρότερες ποσότητες αλατιού.

Το χλωριούχο κάλιο είναι άλλο άλας που χρησιμοποιείται μερικές φορές για την αντικατάσταση του χλωριούχου νατρίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι έχει πικρή γεύση, μπορεί να ενεργήσει μόνο ως μερική αντικατάσταση. Χρησιμοποιώντας ακόμη πιο πολύπλοκα μίγματα αλάτων, ίσως είμαστε σε θέση να ενισχύσουμε τη γεύση του αλατιού και έτσι να χρησιμοποιούμε λιγότερο αλάτι.

Το αλάτι που κυκλοφορεί στο εμπόριο είναι είτε από αλυκές ή από εξόρυξη. Αλυκή ονομάζεται ο τόπος παραγωγής του αλατιού όταν αυτή γίνεται από εξάτμιση θαλάσσιου νερού με την επίδραση της θέρμανσης από τον ήλιο και τον αέρα. Συνήθως είναι επίπεδο τμήμα κοντά στην παραλία, κατάλληλα διαμορφωμένο, όπου παρασκευάζεται αλάτι, αφού εξατμιστεί το θαλασσινό νερό. Το αλάτι που λαμβάνεται από τις αλυκές πριν έρθει στην κατανάλωση υφίσταται κατάλληλη κατεργασία για να καθαριστεί. Το ορυκτό αλάτι (αλίτης) εξάγεται και παραλαμβάνεται με εξόρυξη ή με διάλυση. Η πρώτη μέθοδος εφαρμόζεται, όταν τα κοιτάσματα του ορυκτού είναι καθαρά. Όταν περιέχουν ξένες προσμείξεις εφαρμόζεται η μέθοδος της διάλυσης (solution mining).

Τα είδη του αλατιού είναι πολλά…όρεξη να έχουμε..κάποια από τα πιο ενδιαφέροντα, βρέθηκαν μπροστά μου στο εργαστήριο, είπα λοιπόν να τα δείξω…και…σε οποιον δεν αρεσει, φευγοντας θα ριξω αλατι 😉

Φυσικό θαλασσινό (χωρίς πρόσθετα)

25346262_1941024365927724_22877878_o

Αλάτι ερήμου Kalahari(από υπόγεια λίμνη)

25383136_1941024375927723_1418349337_o

 

Αλάτι ροζ Ιμαλαΐων (ορυκτό, με ιόντα σιδήρου)

25383104_1941024052594422_1633457270_o

Αλάτι μπλέ Περσίας (Περιέχει νάτριο (Na), χλώριο (Cl), μαγνήσιο (Mg), σίδηρο (Fe), αρσένιο (As), θεϊκό άλας (SO4) και ιώδιο (J). Έχει την ιδιότητα να αλλάζει η έντασή του καθώς παραμένει στο στόμα)

25346484_1941024155927745_1372102970_o

Κόκκινο αλάτι Χαβάης (από ηφαιστιακή λάβα, περιέχει ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na) και σίδηρο (Fe).Είναι πολύ ιδιαίτερο και γευστικό και ταιριάζει με όλα τα ψητά κρέατα)

25353388_1941024575927703_2127205072_o

Αλάτι Μαύρη Πυραμίδα Pharao (Μάτσου Πίτσου, με ενεργό άνθρακα)

25344603_1941024352594392_642665086_o

Αλάτι καπνιστό Κύπρου

25397529_1941024255927735_298507299_o